Οὐ γὰρ ἤθελεν ἐπιτιμᾶν καίτοι λέγοντι τῷ λεπρῷ· «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι·» ἀνεσόβει δὲ ὥσπερ αὐτῷ τὰ τῆς ἀμαθίας ἐπὶ τὸ χειρόνως ἔχον, προαλῶς ὑπισχνούμενος, μᾶλλον δὲ ἤδη καὶ προστεταχὼς ὑπάρξαι τὴν αἴτησιν. «Θέλω γάρ, ἔφασκε, καθαρίσθητι.» Ὀφθαλμῶν δέ τισιν ἐξερρυηκότων, ἐπειδὴ προσθέοντες ἔφασκον, «Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ,» ἤρετο δὴ πάλιν· «Τί θέλετε ἵνα ποιήσω ὑμῖν;» Τῶν δὲ τὸ τριπόθητον ἐκλιπαρούντων σφίσιν ἐνίεσθαι φῶς ἐνετίθει πάλιν, μελλήσας οὐδέν. Καίτοι τί μὴ μᾶλλον ἔδει τῷ μὲν λεπρῷ λέγειν· Θέλει ὁ Πατήρ, καθαρίσθητι· τοῖς δὲ τοῦ βλέπειν ἐστερημένοις· Τί βούλεσθε, ἵνα ποιήσῃ ὑμῖν ὁ Πατήρ; Ἦ οὐκ ἄμεινον ἐροῦμεν βεβουλεῦσθαί τε ὁμοῦ καὶ δρᾶσαι τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, ἀποσειομένους εὖ μάλα τὸ δοκεῖν ἰδίᾳ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ κατορθοῦν δύνασθαι τὰς θεοσημίας; Ἔφασκον γὰρ τῷ μὲν τῇ ὡραίᾳ πύλῃ προσεδρεύοντι· «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ἔγειραι καὶ περιπάτει·» ἑτέρῳ δὲ αὖ· «Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός.» Οὐκ ἀθαύμαστον δὲ διὰ τοῦτό τισι πεποιημένοις τὴν ἐνέργειαν διαρρήδην ἔφασκον· «Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ἡμῖν τί ἀτενίζετε, ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν;»
Μετάφραση
Διότι δεν ήθελε να επιπλήξει τον λεπρό, παρόλο που εκείνος έλεγε: «Κύριε, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις», αλλά απομάκρυνε από αυτόν τα της άγνοιας που χειροτέρευαν την κατάστασή του, υποσχόμενος με προθυμία, ή μάλλον έχοντας ήδη προστάξει να εκπληρωθεί το αίτημά του. Έλεγε δηλαδή: «Θέλω, καθαρίσου.» Όταν πάλι τα μάτια κάποιων είχαν καταστραφεί και, προστρέχοντας, του έλεγαν: «Ελέησέ μας, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ», τους ρώτησε ξανά: «Τι θέλετε να κάνω για σας;» Και επειδή εκείνοι τον ικέτευαν να τους δοθεί το τριπόθητο φως, τους το έδωσε πάλι, χωρίς να καθυστερήσει καθόλου. Αν και γιατί δεν θα έπρεπε μάλλον να πει στον λεπρό: «Το θέλει ο Πατέρας, καθαρίσου», και σε αυτούς που στερούνταν την όρασή τους: «Τι θέλετε να κάνει για σας ο Πατέρας;» Ή μήπως δεν θα πούμε ότι οι άγιοι απόστολοι σκέφτηκαν και έπραξαν καλύτερα, απορρίπτοντας πλήρως την εντύπωση ότι με δική τους δύναμη και ενέργεια μπορούσαν να κατορθώνουν τα θαύματα; Έλεγαν δηλαδή στον άνθρωπο που καθόταν στην ωραία πύλη: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα», και σε άλλον πάλι: «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς ο Χριστός.» Επειδή δε η ενέργειά τους αυτή προκάλεσε τον θαυμασμό σε κάποιους, δήλωναν ρητά: «Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε γι' αυτό ή γιατί μας κοιτάζετε επίμονα, σαν να τον κάναμε να περπατήσει με δική μας δύναμη ή ευσέβεια;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες