Τότε λέγει πρὸς αὐτόν· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου· οὐκ ἐγὼ ἅπτομαι, ἵνα μὴ Ἰουδαῖοι κατηγορήσωσιν· ἵνα μὴ τὸ ἅψασθαι ἔργον εἶναι νομίσωσι, λόγῳ λαλῶ. Οὐκ εἶπεν ὁ Θεὸς, Μὴ λάλει ἐν Σαββάτῳ. Ἐὰν δὲ ὁ λόγος ἔργον γένηται, θαυμαζέσθω ὁ λαλήσας. Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. Βλέπε μοι διαφορὰν πράγματος· ὁ Πέτρος ἐν Ὡραίᾳ πύλῃ παραλυτικὸν σώζων, πιάσας δεξιᾶς χειρὸς ἤγειρεν. Ὁ δοῦλος κρατῶν ἐκτείνει· ὁ δεσπότης κελεύων ἐκτείνει. Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου· σοὶ δίδωμι τὴν δύναμιν, καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς θεραπείας.
Μετάφραση
Τότε λέγει προς αυτόν: «Έκτεινε το χέρι σου». Δεν σε αγγίζω εγώ, για να μην κατηγορήσουν οι Ιουδαίοι· για να μη νομίσουν ότι το άγγιγμα αποτελεί έργο, ομιλώ με τον λόγο. Δεν είπε ο Θεός: «Μη μιλάς την ημέρα του Σαββάτου». Εάν όμως ο λόγος γίνει έργο, ας θαυμάζεται αυτός που τον εξέφερε. «Έκτεινε το χέρι σου». Παρατήρησε τη διαφορά της πράξης· ο Πέτρος, όταν θεράπευε τον παραλυτικό στην Ωραία Πύλη, τον έπιασε από το δεξί χέρι και τον σήκωσε. Ο δούλος εκτείνει το χέρι κρατώντας το· ο Δεσπότης το εκτείνει δίνοντας προσταγή. «Έκτεινε το χέρι σου»· σε σένα δίδω τη δύναμη και την ενέργεια της θεραπείας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες