Κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους, λέγοντες· Τί ποιήσομεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις; Ὁρᾷς ἐν ἀπορίᾳ ὄντας, καὶ πάλιν τὸν φόβον τὸν ἀνθρώπινον πάντα ἐργαζόμενον. Ὥσπερ οὖν ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ ἀνατρέψαι τὸ γενόμενον οὐκ ἴσχυσαν οὐδὲ συσκιάσαι, ἀλλὰ κωλυόντων αὐτῶν μᾶλλον ἐπεδίδου τὰ τῆς πίστεως· οὕτω καὶ νῦν γίνεται· Τί ποιήσομεν; Ὢ τῆς ἀνοίας! εἰ γευσαμένους τῶν ἀγώνων λοιπὸν καταπλήξεσθαι ἐνόμιζον· μᾶλλον δὲ εἰ παρὰ τὴν ἀρχὴν μηδὲν ἰσχύσαντες, μετὰ τὴν τοσαύτην ῥητορείαν προσεδόκησάν τι ποιήσειν. Ὅσῳ οὖν ἐβούλοντο κωλύειν, τοσούτῳ μᾶλλον ηὔξετο τὰ πράγματα· Ὅτι μὲν γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι᾽ αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν Ἱερουσαλὴμ φανερὸν, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι. Ἀλλ᾽ ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαὸν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων.
Μετάφραση
Αφού τους διέταξαν να βγουν έξω από το συνέδριο, συσκέπτονταν μεταξύ τους, λέγοντας: «Τι θα κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους;». Βλέπεις ότι βρίσκονται σε αμηχανία, και ότι και πάλι ο ανθρώπινος φόβος κατεργάζεται τα πάντα. Όπως ακριβώς, λοιπόν, και στην περίπτωση του Χριστού δεν μπόρεσαν ούτε να ανατρέψουν ούτε να συγκαλύψουν αυτό που συνέβη, αλλά, ενώ αυτοί τα εμπόδιζαν, τα της πίστεως προόδευαν περισσότερο, έτσι συμβαίνει και τώρα: «Τι θα κάνουμε;». Ω της ανοησίας! Εάν νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να εκφοβίσουν αυτούς που είχαν πια γευτεί τους αγώνες· ή μάλλον, αν, ενώ εξαρχής δεν κατάφεραν τίποτα, προσδοκούσαν ότι, ύστερα από τόσο σπουδαίο κήρυγμα, επρόκειτο να πετύχουν κάτι. Όσο λοιπόν ήθελαν να βάλουν εμπόδια, τόσο περισσότερο τα πράγματα αναπτύσσονταν: «Διότι το ότι έχει γίνει μέσω αυτών ένα γνωστό θαύμα είναι φανερό σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, και δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Αλλά, για να μη διαδοθεί περισσότερο στον λαό, ας τους απειλήσουμε αυστηρά να μη μιλούν πλέον με το όνομα αυτό σε κανέναν άνθρωπο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες