γʹ. Πάλιν συνέδρια ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ ἐκεῖ τὰ αἵματα ἐκχεῖται, οὐδὲ τὴν πόλιν ᾐδέσθησαν. Ἄννας, φησὶ, καὶ Καϊάφας. Τούτου οὐδὲ τὴν δούλην ἐρωτῶσαν ἤνεγκεν ὁ Πέτρος, ἐπὶ τούτου ἠρνήσατο, ἑτέρου κατασχεθέντος. Νυνὶ δὲ εἰς μέσους αὐτοὺς παρελθὼν, ὅρα πῶς φθέγγεται. Εἰ ἡμεῖς ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσωσται, γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑμῖν. Οἱ δὲ, Ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε, λέγουσι, τοῦτο; Τὸ ποῖον διὰ τί μὴ λέγεις, ἀλλὰ συσκιάζεις; Ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε τοῦτο ὑμεῖς; Καὶ μὴν ἔλεγεν, ὅτι Οὐχ ἡμεῖς ἐποιήσαμεν. Ὅρα σύνεσιν· οὐκ εἶπεν εὐθέως, ὅτι Ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ ἐποιήσαμεν· ἀλλὰ τί; Ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής. Καὶ οὐ λέγει, Ἐγένετο ὑφ᾽ ἡμῶν ὑγιής. Καὶ πάλιν, Εἰ ἡμεῖς ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς. Πλήττει αὐτοὺς ὡς ἀεὶ τοιαῦτα ἐγκαλοῦντας, καὶ εὐεργεσίαις ἀνθρώπων μεμφομένους· καὶ ἀναμιμνήσκει τῶν προτέρων, ὅτι αὐτοὶ ἐπὶ φόνους τρέχουσι· καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ εὐεργεσίαις ἐγκαλοῦσιν. Ὁρᾷς, πῶς ἔχει τὸ βαρὺ καὶ τὰ ῥήματα; Ἐν τούτοις γὰρ ἐγυμνάζοντο, καὶ λοιπὸν ἀκατάπληκτοι ἦσαν. Ἐξ ὧν δείκνυσιν αὐτοῖς, ὅτι αὐτοὶ μᾶλλον κηρύττουσιν ἄκοντες τὸν Χριστὸν, καὶ αὐτοὶ τὸ δόγμα ἐπαίρουσιν οἱ ἀνακρίνοντες καὶ ἐξετάζοντες. Ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε. Βαβαὶ τῆς παῤῥησίας! Ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
Μετάφραση
Γʹ. Πάλι γίνονται συνέδρια στα Ιεροσόλυμα, και εκεί χύνονται αίματα, και ούτε την πόλη δεν σεβάστηκαν. Ο Άννας, λέει, και ο Καϊάφας. Αυτού (του Καϊάφα) ο Πέτρος δεν άντεξε ούτε τη δούλη που τον ρωτούσε· επί των ημερών του αρνήθηκε, όταν άλλος (ο Χριστός) είχε συλληφθεί. Τώρα όμως, αφού στάθηκε στο μέσο τους, δες πώς ομιλεί: «Αν εμείς ανακρινόμαστε για ευεργεσία προς άρρωστο άνθρωπο, με ποιον τρόπο αυτός έχει σωθεί, ας είναι γνωστό σε όλους σας». Εκείνοι δε λένε: «Σε ποιο όνομα το κάνατε αυτό;». Γιατί δεν λες ποιο πράγμα (έγινε), αλλά το αποκρύπτεις; «Σε ποιο όνομα το κάνατε αυτό εσείς;» Και όμως (ο Πέτρος) έλεγε ότι: «Δεν το κάναμε εμείς». Δες σύνεση· δεν είπε αμέσως ότι «Στο όνομα του Ιησού το κάναμε»· αλλά τι (λέει); «Στο δικό Του όνομα αυτός στέκεται ενώπιόν σας υγιής». Και δεν λέει: «Έγινε καλά από εμάς». Και πάλι: «Αν εμείς ανακρινόμαστε για ευεργεσία προς άρρωστο άνθρωπο». Τους επικρίνει επειδή πάντοτε εγκαλούν για τέτοια ζητήματα, και κατηγορούν για τις ευεργεσίες προς τους ανθρώπους· και τους υπενθυμίζει τα προηγούμενα, ότι οι ίδιοι σπεύδουν σε φόνους· και όχι μόνο αυτό, αλλά εγκαλούν και για τις ευεργεσίες. Βλέπεις, πόση βαρύτητα έχουν και τα λόγια του; Διότι μέσα σε αυτές τις δοκιμασίες εξασκούνταν, και πλέον ήταν ατρόμητοι. Με αυτά τους αποδεικνύει ότι αυτοί μάλλον κηρύττουν άθελά τους τον Χριστό, και ότι αυτοί εξυψώνουν το δόγμα, εκείνοι δηλαδή που τους ανακρίνουν και τους εξετάζουν. «Τον οποίο εσείς σταυρώσατε». Ω, τι παρρησία! «Τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες