Ἐπειδὴ ἡ ἐπαγγελία δὲν στέκει μόνον εἰς χρήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς λόγια, καὶ εἰς προαίρεσιν. Οὕτω καὶ ἡ μοναδικὴ πολιτεία δὲν στέκει εἰς τὴν κουρὰν καὶ εἰς τὰ ἱμάτια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λόγια, καὶ εἰς τὴν πρὸς Θεὸν ἐπαγγελίαν. Ὅσοι λοιπὸν ἐπαγγέλλονταί τι ἀγαθὸν εἰς τὸν Θεόν, εἶναι χρεῶσται νὰ τὸ πληρώσουν: ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, ὁ παρθένος τὴν παρθενίαν, ὁ ἐγκρατὴς τὴν ἐγκράτειαν, καὶ ὁ ἐν γάμῳ τὴν σωφροσύνην, διὰ νὰ μὴ παιδευθῶσιν ὡσὰν τὸν Ἀνανίαν καὶ τὴν Σάπφειραν. Καὶ ὄχι μόνον ἐκείνην ὁποῦ ἔκαμαν ἐνώπιον ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἐκείνην ὁποῦ ἔκαμαν καὶ κατ’ ἰδίαν μοναχοί τους· διότι λέγει ὁ θεῖος Βασίλειος (λόγῳ περὶ πλεονεξίας.) «Σὺ ὁμιλεῖς κρυφίως μὲ τὸν ἑαυτόν σου, τὰ λόγιά σου ὅμως ἀκούονται εἰς τὸν οὐρανόν· καὶ εἶναι καλλιώτερος μάρτυς ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ Θεός, ὁποῦ βλέπει εἰς τὰς καρδίας, παρὰ οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ βλέπουν τὰ ἔξω μόνον». Διὰ νὰ συμβιβάσωμεν λοιπὸν τὸν παρόντα Κανόνα μὲ τὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου, εἶναι καλλίτερον καὶ ἀκριβέστερον νὰ τὸν ἐννοήσωμεν οὕτως. Ὅτι ὅσοι ὑπεσχέθησαν παρθενίαν, ἤτοι μοναδικὴν πολιτείαν, καὶ πρὶν νὰ καλογερευθῶσιν ὑπανδρεύθησαν, αὐτοὶ ἀφ’ οὗ χωρισθῶσι τοῦ παρανόμου τούτου γάμου καὶ τῆς πορνείας κατὰ τὸν ϛʹ. καὶ ιηʹ. τοῦ Βασιλείου, νὰ κανονίζωνται τότε ὡς δίγαμοι· ἤτοι, ἕνα χρόνον κατὰ τὸν ιηʹ. Βασιλείου νὰ μὴ κοινωνήσουν.