Ἀναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ (ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων) ἐπλήσθησαν ζήλου· καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ. Ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς, εἶπε· Πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης. Ἀκούσαντες δὲ εἰσῆλθον ὑπὸ τὸν ὄρθρον εἰς τὸ ἱερὸν, καὶ ἐδίδασκον. ΠΡΟΣ ΚΟΡ. βʹ. Οὐ γὰρ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοὶ, περὶ τῆς θλίψεως ἡμῶν, τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ Ἀσίᾳ. Καὶ μετ᾽ ὀλίγα· Ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐῤῥύσατο ἡμᾶς, καὶ ῥύεται· εἰς ὃν ἠλπίκαμεν, ὅτι καὶ ἔτι ῥύσεται.
Μετάφραση
Σηκώθηκε τότε ο αρχιερέας και όλοι όσοι ήταν μαζί του (οι οποίοι ανήκαν στην αίρεση των Σαδδουκαίων) και γέμισαν από φθόνο· έβαλαν τα χέρια τους επάνω στους αποστόλους και τους έκλεισαν σε δημόσια φυλακή. Άγγελος όμως Κυρίου άνοιξε μέσα στη νύχτα τις θύρες της φυλακής, τους έβγαλε έξω και είπε: Πηγαίνετε, σταθείτε στο ιερό και κηρύξτε στον λαό όλα τα λόγια αυτής της ζωής. Όταν το άκουσαν αυτό, μπήκαν τα ξημερώματα στο ιερό και δίδασκαν. ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄. Διότι δεν θέλουμε να αγνοείτε, αδελφοί, σχετικά με τη θλίψη μας που μας βρήκε στην Ασία. Και λίγο παρακάτω: Ο Οποίος μας λύτρωσε από έναν τόσο μεγάλο θάνατο και μας λυτρώνει· στον Οποίο έχουμε ελπίσει ότι και στο μέλλον θα μας λυτρώσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες