Ἀλλ᾽ ἐπανέλθωμεν πάλιν ἐπὶ τὸ στάδιον. τίσι λόγοις ἀνακινοῦσι τὸν δῆμον οἱ συκοφάνται; οὐ παύεται, φησί, λαλῶν ῥήματα κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου [τούτου] καὶ τοῦ νόμου· ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωυσῆς. ἡ μὲν οὖν κατηγορία τῶν τοῦ διαβόλου ῥητόρων τοιαύτη. ἡ δὲ τῶν ἀκουόντων ἄνοια τίς; ἐπὶ τίνι χαλεπαίνουσι τῷ κατηγορηθέντι; τίνα κακίαν ἐν τοῖς εἰρημένοις ἐφώρασαν; τὰ μὲν γὰρ προφερόμενα κατ᾽ αὐτοῦ τῶν εἰς ὕστερον ἐκβησομένων ἦν. ἔφησαν γὰρ αὐτὸν εἰρηκέναι τὸν τόπον καταλυθήσεσθαι καὶ τὰ νόμιμα τοῦ Μωυσέως μετατεθήσεσθαι. τί οὖν ἐν τούτοις ἐστὶ τὸ ἀδίκημα, κἂν ἀληθεύῃ, κἂν ψεύδηται; εἰ μὲν γὰρ ψεύδεται, τὸ λυποῦν οὐκ ἐκβήσεται, εἰ δὲ ἀληθεύει, τί ἀδικεῖ ὁ λόγος προμηνύων τὴν ἔκβασιν; τὰ γὰρ γινόμενα πάντως ἐκβήσεται καὶ σιωπώντων καὶ μή. ὁ δὲ φόνος τοῦ προμηνύσαντος τίνα φέρει τῶν λυπούντων διόρθωσιν; εἶτα· κατηγορεῖται μὲν Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἡ δὲ τῆς τιμωρίας ψῆφος ἐπὶ τὸν Στέφανον φέρεται. καίτοι εἰ ὁ ἀδικῶν κινεῖ τὴν ὀργήν, ἀδίκημα δέ ἐστιν ἡ τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐθῶν μεταποίησις, ταῦτα δὲ οὐ παρὰ Στεφάνου, ἀλλὰ παρὰ Ἰησοῦ γίνεσθαί φησιν ὁ κατήγορος, ἐπὶ τὸν κατηγορηθέντα πάντως ἔδει συγκινεῖσθαι τὸ δικαστήριον. ὢ τῆς ἀδίκου τῶν ἀκουόντων ψήφου.
Μετάφραση
Αλλά ας επανέλθουμε πάλι στο στάδιο. Με ποια λόγια ξεσηκώνουν τον λαό οι συκοφάντες; «Δεν παύει», λένε, «να λέει λόγια εναντίον αυτού του αγίου τόπου και του νόμου· διότι τον έχουμε ακούσει να λέει ότι αυτός ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα καταλύσει τον τόπο αυτόν και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής». Τέτοια λοιπόν ήταν η κατηγορία των ρητόρων του διαβόλου. Αλλά ποια είναι η ανοησία των ακροατών; Για ποιο λόγο οργίζονται με τον κατηγορούμενο; Ποια κακία ανακάλυψαν στα όσα ειπώθηκαν; Διότι αυτά που προβάλλονταν εναντίον του αφορούσαν γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν στο μέλλον. Ισχυρίστηκαν δηλαδή ότι αυτός είχε πει πως ο τόπος θα καταλυθεί και τα νόμιμα του Μωυσή θα μεταβληθούν. Ποιο είναι λοιπόν το αδίκημα σε αυτά, είτε λέει την αλήθεια είτε ψεύδεται; Διότι, αν μεν ψεύδεται, αυτό που τους λυπεί δεν πρόκειται να συμβεί· αν πάλι λέει την αλήθεια, σε τι αδικεί ο λόγος που προμηνύει την έκβαση; Διότι αυτά που είναι να γίνουν θα συμβούν οπωσδήποτε, είτε κάποιοι σιωπούν είτε όχι. Ο φόνος, όμως, εκείνου που τα προμήνυσε τι είδους διόρθωση επιφέρει σε αυτά που τους λυπούν; Έπειτα· κατηγορείται μεν ο Ιησούς ο Ναζωραίος, η καταδικαστική απόφαση όμως στρέφεται εναντίον του Στεφάνου. Και όμως, εάν αυτός που αδικεί προκαλεί την οργή, και το αδίκημα είναι η μεταβολή του τόπου και των εθίμων, και ο κατήγορος ισχυρίζεται ότι αυτά δεν γίνονται από τον Στέφανο αλλά από τον Ιησού, τότε το δικαστήριο θα έπρεπε οπωσδήποτε να κινηθεί εναντίον εκείνου που κατηγορείται. Ω, πόσο άδικη η απόφαση των ακροατών!
Περισσότερα
Λεπτομέρειες