Ταῦτα ὁ νόμος καὶ Μωυσῆς δι᾽ αὐτοῦ, ἐν ἑκατέρῳ δὲ τούτων μᾶλλον ὁ θεὸς μαρτύρεται τὸν λαὸν τὸν ἀγνώμονα· ὃν ἐλέγχων Στέφανος ὁ θεολόγος παρ᾽ αὐτῶν ὀνομάζεται βλάσφημος. Καί φησιν ὁ ἀρχιερεύς· «Εἰ ταῦτα οὕτως ἔχει;» Οὐ γὰρ οἶδας ὅπως ἔχει; Οὐ σὺ τὸν δόλον ἐσκεύασας; Οὐ σὺ τοὺς συκοφάντας ἐμισθώσω; Οὐ σοὶ μισθαρνοῦσιν οἱ τῆς ἀπάτης μάρτυρες; «Ἀλλὰ χρεία, φησίν, ψεύδους καὶ ὑποκρίσεως· καὶ δόλου πρὸς τὴν παγίδα τὴν προβληθεῖσαν χρῄζομεν. Οὕτω τὸν Ἰωσὴφ πεπράκαμεν, τὸν Ναβουθαὶ πεφονεύκαμεν, τὸν Χριστὸν ἐσταυρώσαμεν.» Στέφανος δὲ καιρὸν διδασκαλίας εὑρών, πολλὰ μὲν ὅσα σωτήρια τοῦ δήμου ταῖς ἀκοαῖς ἐξέχεεν, συμπέρασμα δὲ τῆς ῥητορείας ἐπήγαγεν, αὐτῷ τε λέγειν, ὡς ἀληθείας μάρτυρι, κἀκείνοις ἀκούειν, ὡς θεομαχεῖν ὡρμημένοις καὶ τὴν τοῦ πνεύματος νοσοῦσιν ἀντιλογίαν, πρόσφορον· «Σκληροκάρδιοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε· ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν, καὶ ὑμεῖς.» Καὶ πῶς ἐν ἀρχῇ λέγεις· «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, ἀκούσατέ μου»; «Ἐκεῖνα», φησίν, «τῆς τοῦ Ἀβραὰμ εὐγενείας, ταῦτα δὲ τῆς τούτων πονηρίας. Ἐκεῖνα τῆς ἀγαθῆς ῥίζης, ταῦτα τῶν πονηρῶν κλάδων. Ἐκεῖνα τῆς ἀγέλης τὸ ἐπίσημον δείκνυσιν, ταῦτα τῶν πολλῶν τὸ ἄτακτον, τὸ σκληρόν, τὸ ἀχαλίνωτον.»
Μετάφραση
Αυτά μαρτυρεί ο νόμος και ο Μωυσής μέσω αυτού, και μέσω αμφοτέρων μάλλον ο Θεός καταθέτει μαρτυρία εναντίον του αχάριστου λαού· ελέγχοντας τον οποίο ο Στέφανος, ο θεολόγος, ονομάζεται από αυτούς βλάσφημος. Και λέει ο αρχιερέας: «Αλήθεια έτσι έχουν αυτά;». Διότι δεν ξέρεις πώς έχουν; Δεν ετοίμασες εσύ τον δόλο; Δεν μίσθωσες εσύ τους συκοφάντες; Δεν εργάζονται για σένα επί πληρωμή οι μάρτυρες της απάτης; «Αλλά υπάρχει ανάγκη», λέει, «ψεύδους και υποκρισίας· και έχουμε ανάγκη από δόλο για την παγίδα που στήσαμε. Έτσι πουλήσαμε τον Ιωσήφ, δολοφονήσαμε τον Ναβουθαί, σταυρώσαμε τον Χριστό.» Ο Στέφανος όμως, βρίσκοντας ευκαιρία για διδασκαλία, εξέχυσε στα αυτιά του λαού πολλά σωτήρια διδάγματα, και προσέθεσε ως συμπέρασμα της ρητορείας του το εξής, το οποίο ήταν κατάλληλο και για τον ίδιο να το λέει, ως μάρτυρας της αλήθειας, αλλά και για εκείνους να το ακούν, επειδή είχαν ορμήσει να θεομαχήσουν και νοσούσαν από την εναντίωση προς το Πνεύμα: «Σκληρόκαρδοι και απερίτμητοι στην καρδιά και στα αυτιά, εσείς πάντοτε αντιστέκεστε στο Πνεύμα το Άγιο· όπως οι πατέρες σας, έτσι κι εσείς.» Και πώς στην αρχή λες: «Άνδρες αδελφοί και Πατέρες, ακούστε με»; «Εκείνα», απαντά, «ήταν δείγμα της ευγένειας του Αβραάμ, ενώ τούτα της δικής τους πονηρίας. Εκείνα προέρχονταν από την αγαθή ρίζα, τούτα από τους πονηρούς κλάδους. Εκείνα φανερώνουν το εκλεκτό της αγέλης, ενώ τούτα το άτακτο, το σκληρό και το αχαλίνωτο του πλήθους.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες