Χάριν ἔδωκε, καὶ ταῦτα ἐπὶ βαρβάρου ἀνδρὸς, τῷ δούλῳ καὶ αἰχμαλώτῳ· ὃν οἱ μὲν ἀδελφοὶ ἀπέδοντο, ἐκεῖνος δὲ ἐτίμησεν. Ἐγένετο δὲ λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χαναὰν, καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν. Ἀκούσας δὲ Ἰακὼβ ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ, ἐξαπέστειλε τοὺς πατέρας ἡμῶν πρῶτον. Καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. Κατῆλθον ὠνησόμενοι, καὶ ἐκείνου ἐν χρείᾳ κατέστησαν. Τί οὖν αὐτός; Οὐ μέχρι τούτου τὴν φιλανθρωπίαν ἐπεδείξατο, ἀλλὰ καὶ τῷ Φαραὼ ἐγνώρισε, καὶ αὐτοὺς κατήγαγε. Καὶ φανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ Ἰωσήφ. Ἀποστείλας δὲ Ἰωσὴφ, μετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ Ἰακὼβ, καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν ἐν ἑβδομήκοντα καὶ πέντε ψυχαῖς. Κατέβη δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν. Καὶ μετετέθησαν εἰς Συχὲμ, καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι, ὃ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμὼρ τοῦ Συχέμ. Καθὼς δὲ ἤγγιζεν χρόνος τῆς ἐπαγγελίας, ἧς ὤμοσεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραὰμ, ηὔξησεν ὁ λαὸς, καὶ ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ, ἄχρις οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος, ὃς οὐκ ᾔδει τὸν Ἰωσήφ. Πάλιν ἄλλη ἀνελπιστία· πρώτη μὲν ὁ λιμὸς, δευτέρα τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας τοῦ ἀδελφοῦ, καὶ τρίτη τὸ ἀναιρεῖσθαι ψῆφον δοθῆναι ὑπὸ τοῦ βασιλέως· καὶ ὅμως διεσώθησαν τούτων ἁπάντων.
Μετάφραση
Έδωσε χάρη, και μάλιστα ενώπιον ενός βάρβαρου άνδρα, στον δούλο και αιχμάλωτο· τον οποίο οι μεν αδελφοί του πούλησαν, εκείνος όμως τον τίμησε. Έγινε δε πείνα σε όλη τη γη της Αιγύπτου και της Χαναάν, και θλίψη μεγάλη, και δεν έβρισκαν τρόφιμα οι πατέρες μας. Όταν δε άκουσε ο Ιακώβ ότι υπάρχουν σιτηρά στην Αίγυπτο, έστειλε τους πατέρες μας για πρώτη φορά. Και κατά τη δεύτερη φορά, ο Ιωσήφ αναγνωρίστηκε στους αδελφούς του. Κατέβηκαν για να αγοράσουν, και βρέθηκαν να έχουν την ανάγκη του. Τι έκανε λοιπόν αυτός; Δεν περιόρισε μέχρις εκεί τη φιλανθρωπία που επέδειξε, αλλά και στον Φαραώ τους έκανε γνωστούς, και τους εγκατέστησε εκεί. Και έγινε φανερό στον Φαραώ το γένος του Ιωσήφ. Έστειλε τότε ο Ιωσήφ και προσκάλεσε τον πατέρα του Ιακώβ και όλη τη συγγένειά του, που αποτελούνταν από εβδομήντα πέντε ψυχές. Κατέβηκε λοιπόν ο Ιακώβ στην Αίγυπτο, και πέθανε αυτός και οι πατέρες μας. Και μεταφέρθηκαν στη Συχέμ και τοποθετήθηκαν στο μνήμα, το οποίο αγόρασε ο Αβραάμ καταβάλλοντας ασήμι στους γιους του Εμμώρ στη Συχέμ. Καθώς δε πλησίαζε ο χρόνος της υπόσχεσης για την οποία ορκίστηκε ο Θεός στον Αβραάμ, ο λαός αυξήθηκε και πληθύνθηκε στην Αίγυπτο, μέχρι που ανέβηκε στον θρόνο άλλος βασιλιάς, ο οποίος δεν γνώριζε τον Ιωσήφ. Πάλι άλλη απελπισία· πρώτη μεν η πείνα, δεύτερη το να πέσουν στα χέρια του αδελφού τους, και τρίτη το να εκδοθεί απόφαση από τον βασιλιά να εξοντωθούν· και όμως, από όλα αυτά διασώθηκαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες