ΟΜΙΛΙΑ ΙΖʹ. Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν, ὃν ἠρνήσαντο, εἰπόντες, Τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ᾽ ἡμᾶς; τοῦτον ὁ Θεὸς ἀρχηγὸν καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλε σὺν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ βάτῳ. αʹ. Σφόδρα τοῦτο κατάλληλον πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν, φησί. Τοῦτον, ποῖον; Τὸν κινδυνεύσαντα ἀπολέσθαι, τὸν ὑπ᾽ αὐτῶν ἐξουθενηθέντα, ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· Τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα; καθάπερ καὶ τῷ Χριστῷ ἔλεγον· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα, εἰ μὴ Καίσαρα. Τοῦτον ὁ Θεὸς ἀρχηγὸν καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλε σὺν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ εἰπόντος αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραάμ.
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ ΙΖ΄. Αυτόν τον Μωυσή, τον οποίο αρνήθηκαν λέγοντας: Ποιος σε κατέστησε άρχοντα και δικαστή πάνω μας; αυτόν απέστειλε ο Θεός ως αρχηγό και λυτρωτή, διά χειρός του αγγέλου που του εμφανίστηκε στη βάτο. α΄. Αυτό είναι απολύτως κατάλληλο για το προκείμενο ζήτημα. «Αυτόν τον Μωυσή», λέει. Ποιον αυτόν; Αυτόν που κινδύνευσε να χαθεί, αυτόν που εξουθενώθηκε από αυτούς, τον οποίο αρνήθηκαν λέγοντας: «Ποιος σε κατέστησε άρχοντα;». Όπως ακριβώς έλεγαν και για τον Χριστό: «Δεν έχουμε βασιλιά, παρά μόνο τον Καίσαρα». Αυτόν απέστειλε ο Θεός ως αρχηγό και λυτρωτή διά χειρός του αγγέλου που του είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες