Εἰ δόξης Θεὸς, εὔδηλον, ὅτι οὐ δεῖται τῆς παρ᾽ ἡμῶν δόξης, οὐδὲ τῆς διὰ τοῦ ναοῦ· αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ τῆς δόξης πηγή. Μὴ τοίνυν νομίσητε ταύτῃ δοξάζειν αὐτόν. Καὶ πῶς, φησὶν, ἡ Γραφὴ τοῦτο λέγει περὶ τοῦ πατρὸς Ἀβραάμ; Ὅτι οὐκ ἔστι πρὸς τὰ μὴ σφόδρα ἀναγκαῖα περιττή. Ὃ μὲν γὰρ ἦν χρήσιμον μαθεῖν, τοῦτο μόνον ἡμᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ὄψεως τοῦ υἱοῦ συνεξῆλθεν αὐτῷ· τὸ δὲ πλέον τούτου παρέλιπεν ἀδιήγητον, διὰ τὸ θᾶττον ἀποθανεῖν μετὰ τὸ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαῤῥάν· Ἔξελθε ἐκ τῆς συγγενείας σου. Ἐνταῦθα δείκνυσιν, ὅτι οὐκ εἰσὶν οὗτοι τέκνα τοῦ Ἀβραάμ. Πῶς; Ὅτι ἐκεῖνος πειθήνιος ἦν, οὗτοι δὲ ἀπειθεῖς· μᾶλλον δὲ ἐξ ὧν ποιεῖ κελευόμενος μανθάνομεν, ὅτι ἐκεῖνος μὲν τοὺς πόνους ὑπέμεινεν, οὗτοι δὲ τοὺς καρποὺς δρέπονται, καὶ ὅτι πάντες οἱ πρόγονοι ἐν κακουχίᾳ. Καὶ ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων, κατῴκησεν ἐν Χαῤῥάν· κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ, μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην, εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε· καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ, οὐδὲ βῆμα ποδός. Ὅρα, πῶς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς γῆς ἀνάγει. Οὐ γὰρ εἶπεν, Δώσει, ἀλλ᾽, Οὐκ ἔδωκε, δηλῶν, ὅτι πάντα παρ᾽ ἐκείνου καὶ οὐδὲν παρ᾽ αὐτῶν. Ἦλθε γὰρ καὶ συγγένειαν ἀφεὶς καὶ πατρίδα. Διὰ τί οὖν οὐκ ἔδωκεν; Ὅτι τύπος ἦν ἑτέρας γῆς, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτὴν αὐτῷ. Ὁρᾷς, ὅτι οὐχ ἁπλῶς πάλιν τὸν λόγον ἀναλαμβάνει;
Μετάφραση
Εάν είναι Θεός της δόξης, είναι ολοφάνερο ότι δεν έχει ανάγκη από τη δική μας δόξα, ούτε από τη δόξα που προσφέρεται μέσω του ναού· διότι Αυτός είναι η πηγή της δόξης. Μη νομίσετε, λοιπόν, ότι με αυτόν τον τρόπο τον δοξάζετε. Και πώς, λέγει, η Γραφή το αναφέρει αυτό για τον πατέρα του Αβραάμ; Επειδή δεν φλυαρεί σε όσα δεν είναι απολύτως αναγκαία. Διότι μόνο εκείνο που ήταν χρήσιμο να μάθουμε μας δίδαξε, ότι δηλαδή εξαιτίας της εμφάνισης (του Θεού) στον υιό αναχώρησε μαζί του· τα περισσότερα όμως από αυτό τα παρέλειψε χωρίς να τα διηγηθεί, επειδή πέθανε γρήγορα μετά την εγκατάστασή του στη Χαρράν. «Έξελθε από τη συγγένειά σου». Εδώ αποδεικνύει ότι αυτοί δεν είναι τέκνα του Αβραάμ. Πώς; Διότι εκείνος ήταν υπάκουος, ενώ αυτοί είναι ανυπάκουοι. Μάλλον δε, από όσα πράττει υπακούοντας στην εντολή, μαθαίνουμε ότι εκείνος μεν υπέμεινε τους κόπους, αυτοί δε δρέπουν τους καρπούς, και ότι όλοι οι πρόγονοι βρίσκονταν σε κακουχία. «Και αφού εξήλθε από τη γη των Χαλδαίων, κατοίκησε στη Χαρράν· και από εκεί, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον μετοίκησε στη γη αυτήν, στην οποία εσείς τώρα κατοικείτε· και δεν του έδωσε κληρονομιά σε αυτήν, ούτε βήμα ποδός». Πρόσεξε πώς τους αποσπά από την προσκόλληση στη γη. Διότι δεν είπε «Θα δώσει», αλλά «Δεν έδωσε», δηλώνοντας ότι τα πάντα προέρχονται από Εκείνον και τίποτε από αυτούς. Διότι ήλθε έχοντας αφήσει και συγγένεια και πατρίδα. Γιατί, λοιπόν, δεν έδωσε; Επειδή ήταν τύπος μιας άλλης γης, και υποσχέθηκε να του τη δώσει. Βλέπεις ότι δεν αναλαμβάνει πάλι τον λόγο τυχαία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες