Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον· ἀλλ᾽ οὐχ ὁ Ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ. Κυρίλλου. Ἀνεδείματο μὲν ἐν τοῖς Ἰεροσολύμοις τὸν διαβόητον ἐκεῖνον νεὼν ὁ σοφώτατος Σολομών· ἐπεγάννυτο δὲ λίαν αὐτῷ τῶν Ἰουδαίων ὁ δῆμος, ᾤοντό τε ὅτι κατῴκησεν ἐν αὐτῷ περιειλημμένος ὁ τῶν ὅλων Θεός. Βραδεῖς γὰρ ἀεί πως εἰς σύνεσιν καὶ τῶν περὶ Θεοῦ λόγων ἀνεπιστήμονες· οἵ γε καὶ Θεοῦ πόλιν οἰηθέντες τὴν Ἱερουσαλὴμ, ἐν αὐτῇ δὲ καὶ μόνῃ διετείνοντο [cod. διεγίνοντο] κατοικεῖν αὐτὸν, διά τοι τοῦ λέγεσθαι διὰ φωνῆς τοῦ Δαβίδ· «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ.» Σμικρὰ τοιγαροῦν δοξάζοντας ἐλέγχει Θεὸς, καί φησι· «Ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, θρόνον ἔχοντι τὸν οὐρανὸν, ὑποπόδιον τὴν γῆν;» Καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου.
Μετάφραση
Ο Σολομών όμως του οικοδόμησε οίκο. Αλλά ο Ύψιστος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς. Κυρίλλου. Ο σοφότατος Σολομών οικοδόμησε μεν στα Ιεροσόλυμα εκείνον τον περίφημο ναό. Ο λαός των Ιουδαίων υπερηφανευόταν πάρα πολύ για αυτόν, και νόμιζαν ότι ο Θεός των όλων κατοίκησε μέσα σε αυτόν περιορισμένος. Διότι ήταν πάντοτε κάπως βραδείς στην κατανόηση και αδαείς στους λόγους περί του Θεού. Αυτοί λοιπόν, αφού θεώρησαν την Ιερουσαλήμ πόλη του Θεού, ισχυρίζονταν ότι Αυτός κατοικεί σε αυτήν και μόνο, επειδή ακριβώς ειπώθηκε μέσω της φωνής του Δαβίδ: «Ένδοξα πράγματα ειπώθηκαν για σένα, η πόλη του Θεού». Γι' αυτό ο Θεός ελέγχει αυτούς που είχαν μικρόπρεπες αντιλήψεις και λέει: «Ποιον οίκο θα μου οικοδομήσετε, σε εμένα που έχω θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη;» Και λιθοβολούσαν τον Στέφανο, ο οποίος προσευχόταν και έλεγε: Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες