Ὡς δὲ πάντοθεν τὸ σῶμα περιθραυσθὲν καὶ λελουμένον τῷ αἵματι ὤκλαζε λοιπὸν πρὸς τὴν ὄρθιον στάσιν, κατεσείετο δὲ καὶ ἠπείλει τὴν πτῶσιν ὥσπερ τις ὑψηλὴ πλάτανος παρὰ πολλῶν κατεργασθεῖσα τεκτόνων· οὐ δὲ τὴν πτῶσιν ἔπαθε κατὰ τοὺς πολλοὺς ἀπρεπῶς. Οὐ γὰρ πρηνὴς ἐξετάθη οὐδὲ ἐπὶ πλάγιον κατηνέχθη οὐδὲ εἰς τὸ ὕπτιον ἀνεκλίθη σχῆμα, ἀλλὰ θεὶς τὰ γόνατα ἐν τῷ εὐπρεπεῖ σχήματι τοῦ εὐχομένου κατέλυσεν ἐπιταχύνων τῇ ψυχῇ διὰ τῆς προσευχῆς τὸν τῆς σαρκὸς χωρισμὸν καὶ κράζων πρὸς τὸν ὁρώμενον Κύριον· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου. Ἔσπευδε γὰρ ὡς ἐπί τινα μετοικίαν, ὡς ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπὶ πατρίδα, ὡς εἰς πόλιν λαμπρὰν ἀπὸ γῆς ἐρήμου καὶ αὐχμηρᾶς. Προσετίθει δὲ τῇ δεήσει καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν λιθαζόντων εὐχήν. Εὐεργέτουν γὰρ ἄκοντες καὶ λιθάζοντες ἔσωζον καὶ φονεύοντες ἐζωοποίουν καὶ τοῦ πηλοῦ χωρίζοντες τῇ βασιλείᾳ παρέπεμπον.
Μετάφραση
Καθώς δε το σώμα του, συντριμμένο από παντού και λουσμένο στο αίμα, λύγιζε πλέον αδυνατώντας να κρατηθεί σε όρθια στάση, και κλονιζόταν έτοιμο να πέσει, όπως ακριβώς ένα ψηλό πλατάνι που έχει κατακοπεί από πολλούς ξυλοκόπους· δεν υπέστη όμως την πτώση με τρόπο απρεπή, όπως συμβαίνει στους πολλούς. Διότι δεν σωριάστηκε με το πρόσωπο προς το έδαφος, ούτε έπεσε στο πλάι, ούτε έλαβε ύπτια στάση, αλλά, αφού έπεσε στα γόνατα, με το ευπρεπές σχήμα εκείνου που προσεύχεται, παρέδωσε το πνεύμα, επισπεύδοντας για την ψυχή μέσω της προσευχής τον χωρισμό από τη σάρκα και κράζοντας προς τον Κύριο, τον οποίο έβλεπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου». Διότι βιαζόταν, σαν να επρόκειτο για κάποια μετοικεσία, σαν να μετέβαινε από την ξενιτιά στην πατρίδα, σαν να πήγαινε σε μία λαμπρή πόλη από μία γη έρημη και άνυδρη. Στη δέησή του μάλιστα πρόσθεσε και την προσευχή υπέρ εκείνων που τον λιθοβολούσαν. Επειδή, χωρίς να το θέλουν, τον ευεργετούσαν, και λιθοβολώντας τον τον έσωζαν, και φονεύοντάς τον τον ζωοποιούσαν, και χωρίζοντάς τον από τον πηλό τον έστελναν στη Βασιλεία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες