Μίμησαι τὸν εὐνοῦχον. Εὗρεν ἐκεῖνος τὸν κατηχοῦντα, καὶ οὐχ ὑπερεῖδε τὴν μάθησιν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ ἅρμα ἀνεβιβάσατο τὸν πένητα ὁ πλούσιος, τὸν ἰδιώτην καὶ εὐκαταφρόνητον ὁ σοβαρὸς καὶ ὑπέρογκος· καὶ διδαχθεὶς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, ἐδέξατο μὲν τῇ καρδίᾳ τὴν πίστιν, οὐκ ἀνεβάλετο δὲ τὴν σφραγῖδα τοῦ Πνεύματος. Ἐπειδὴ γὰρ ἀπήντησαν ὕδατι, Ἰδοὺ, φησὶν, ὕδωρ. Ἐκ περιχαρείας ὁ λόγος· Ἰδοὺ τὸ ζητούμενον, Τί κωλύει με βαπτισθῆναι;
Μετάφραση
Μιμήσου τον ευνούχο. Εκείνος βρήκε τον κατηχητή του και δεν περιφρόνησε τη διδασκαλία, αλλά ανέβασε πάνω στο άρμα τον φτωχό ο πλούσιος, τον απλό και καταφρονεμένο ο μεγαλοπρεπής και αξιωματούχος· και αφού διδάχθηκε το Ευαγγέλιο της βασιλείας, δέχθηκε μεν στην καρδιά του την πίστη, δεν ανέβαλε δε τη σφραγίδα του Πνεύματος. Διότι, όταν συνάντησαν νερό, λέει: «Ιδού νερό». Από υπερβολική χαρά προήλθε αυτός ο λόγος: «Ιδού το ζητούμενο· τι με εμποδίζει να βαπτιστώ;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες