Λέγω δὲ εἶναι τὸν πλούσιον, τὸν Δεσπότην Χριστόν· κτῆσιν δέ, τὴν πίστιν· τὴν δὲ μέθην, τὴν περίστασιν· τὸν δὲ βίαιον ποταμόν, τὴν ἀπάτην καὶ τὸν πλοῦτον τοῦ αἰῶνος τούτου· τοὺς δὲ προθύμους δούλους, τοὺς δικαίους· τὸν δὲ ἐκ μέθης ἀνανήψαντα καὶ ἐργασάμενον, ἄνδρα ἁμαρτωλόν, καὶ περιστάσεως αὐτῷ γενομένης καὶ δι᾽ αὐτῆς ἐπιγνόντος τὰς εὐεργεσίας τοῦ Κυρίου, [καὶ] ἀνανήψας ἐκ πολλῶν ἁμαρτημάτων πρὸς δικαιοσύνην, ἐργαζόμενος τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ὀκνηρὸς δοῦλός ἐστι ἄνθρωπος ἀθετήσας τὴν χάριν τοῦ Κυρίου, καὶ ἀμελήσας τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας. Ἐν πᾶσι δὲ τούτοις ἀναλόγισαι Σαῦλον. Οὗτος γὰρ λαβὼν ἐπιστολὰς παρὰ τῶν ἀρχιερέων ἐπορεύετο εἰς Δαμασκὸν δήσων τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ τὸν Κύριον· καὶ ἐξελθὼν ἀνατρέπειν τὴν πίστιν, αὐτὸς κῆρυξ εὑρέθη τῆς πίστεως. Πολλοὶ γὰρ οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Κυρίου ἐπὶ πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ. ᾯ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Μετάφραση
Λέω, λοιπόν, ότι ο πλούσιος είναι ο Δεσπότης Χριστός· περιουσία δε, η πίστη· μέθη δε, η δύσκολη περίσταση· και ορμητικός ποταμός, η απάτη και ο πλούτος αυτού του αιώνα· και πρόθυμοι δούλοι, οι δίκαιοι· αυτός δε που συνήλθε από τη μέθη και εργάστηκε, είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος, στον οποίο, όταν επήλθε κάποια δυσκολία, μέσω αυτής αναγνώρισε τις ευεργεσίες του Κυρίου, και αφού συνήλθε από τα πολλά αμαρτήματα και στράφηκε προς τη δικαιοσύνη, εργάζεται το θέλημα του Θεού. Ο δε οκνηρός δούλος είναι ο άνθρωπος που έχει αθετήσει τη χάρη του Κυρίου και έχει αμελήσει τη δική του σωτηρία. Σε όλα αυτά, λοιπόν, αναλογίσου τον Σαύλο. Διότι αυτός, αφού έλαβε επιστολές από τους αρχιερείς, πορευόταν προς τη Δαμασκό για να δέσει εκείνους που πίστευαν στον Κύριο· και ενώ ξεκίνησε για να ανατρέψει την πίστη, ο ίδιος βρέθηκε κήρυκας της πίστεως. Διότι πολλοί είναι οι οικτιρμοί του Κυρίου σε όλους όσοι τον επικαλούνται εν αληθεία. Στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες