Εἰπὲ γάρ μοι, ὦ Ἰουδαῖε, τίς Παῦλον ἔπεισε προσελθεῖν τῷ Χριστῷ; Πέτρος; ἀλλ᾽ Ἰάκωβος; ἀλλ᾽ Ἰωάννης; Ἀλλ᾽ οὗτοι πάντες αὐτὸν ἐδεδοίκεισαν καὶ ἔφριττον, καὶ οὐχὶ πρὸ τούτου μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅτε τῶν φίλων ἐγένετο, ὅτε Βαρνάβας ἐπιλαβόμενος αὐτοῦ τῆς χειρὸς ἐπανήγαγεν εἰς Ἱεροσόλυμα, ἔτι ἐφοβοῦντο κολλᾶσθαι αὐτῷ· καὶ ὁ μὲν πόλεμος ἐλέλυτο, ὁ δὲ φόβος ἐπέμενε τοῖς ἀποστόλοις. Οἱ οὖν καταλλαγέντα αὐτὸν ἔτι φοβούμενοι, ἐχθρὸν ὄντα καὶ πολέμιον ἐτόλμων πεῖσαι; προσελθεῖν γὰρ ὅλως, ἢ στῆναι, ἢ διᾶραι στόμα, φανῆναι δὲ ὅλως ὑπέμενον;
Μετάφραση
Πες μου, λοιπόν, ω Ιουδαίε, ποιος έπεισε τον Παύλο να προσέλθει στον Χριστό; Ο Πέτρος; Ή μήπως ο Ιάκωβος; Ή ο Ιωάννης; Μα όλοι αυτοί τον φοβούνταν και τον έτρεμαν, και όχι μόνο πριν από αυτό, αλλά ακόμη και όταν είχε γίνει πια φίλος, όταν ο Βαρνάβας τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στα Ιεροσόλυμα, φοβούνταν ακόμη να συνδεθούν μαζί του· και ενώ ο μεν πόλεμος είχε λήξει, ο φόβος παρέμενε στους αποστόλους. Εκείνοι, λοιπόν, που τον φοβούνταν ακόμη και αφού είχε συμφιλιωθεί μαζί τους, τολμούσαν άραγε να τον πείσουν όταν ήταν εχθρός και πολέμιος; Διότι, θα άντεχαν άραγε καν να τον πλησιάσουν, ή να σταθούν μπροστά του, ή να ανοίξουν το στόμα τους, ή γενικώς έστω να του εμφανιστούν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες