Ἐξαίφνης τε περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. Διὰ τί οὐ φαίνεται αὐτῷ ἐν μορφῇ ἀνθρώπου ὥσπερ καὶ Στεφάνῳ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ἐν εἴδει πυρὸς ἢ φωτός; Ὅτι Στεφάνῳ μὲν ὡς τελείῳ καὶ εἰδότι τὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως μυστήριον καὶ μηδὲν βλαπτομένῳ ἐκ τῆς εὐτελείας τῆς καθ’ ἡμᾶς καλῶς οὕτως ἑαυτὸν ἐπεδείκνυ ὥσπερ οὖν καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸν οὐρανόν, Παύλῳ δὲ ὡς διὰ τοῦτο μὴ καταδεχομένῳ Θεὸν ὀνομάζειν τὸν Ἰησοῦν, ἐπειδὴ ἐν σώματι παρεγένετο πρὸς ἡμᾶς, οὐ φαίνεται ἄνθρωπος, ἵνα μὴ βεβαιώσῃ ἀπίστῳ τὸ πρόσκομμα, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν ἰδέᾳ ἀστραπῆς καὶ φωτός, ἵν’ ἐκ τοῦ νόμου καὶ Μωϋσέως αὐτὸν ἐφελκύσηται. Κἀκεῖ γὰρ ὁ αὐτὸς οὗτος Θεὸς τῷ Μωϋσεῖ ἑαυτὸν ἐμφανίζων ἐν πυρὶ ἐλάλει· καὶ τὸν νόμον διδοὺς ἐπὶ τοῦ Σινᾶ, πυρὶ καταλάμπων τὸν Ἑβραῖον ἐνεχείριζε τὰς πλάκας αὐτῷ. Περιαυγάζει τοίνυν αὐτόν, ἵνα τὸν νοῦν ἐπιβαλὼν τῇ ὁμοιότητι τῶν τότε γενομένων καὶ νῦν καὶ ὥσπερ ἐκ λήθης τινὸς ἑαυτὸν ἀφυπνίσας γνωρίσῃ τῆς μιᾶς δυνάμεως ὄντα τὰ θεοφάνια· ἀποστέλλει δὲ ἐξ οὐρανοῦ τὴν αὐγήν, ἵνα μηκέτι περὶ τὴν Βηθλεὲμ καὶ τὴν Γαλιλαίαν στρεφόμενος τῇ διανοίᾳ ὁ Παῦλος υἱὸν τοῦ Δαβὶδ ὀνομάζῃ τὸν Χριστὸν καὶ ἄνθρωπον καὶ πάντα τὰ ἄλλα, τὰ τῆς οἰκονομίας ὀνόματα, διδαχθῇ δὲ σαφῶς ὅτι Θεὸς ὢν ἄνωθεν ἀφίκετο πρὸς ἡμᾶς, ὅθεν καὶ νῦν ἐπιφαίνεται.
Μετάφραση
Και ξαφνικά τον περιέλαμψε φως από τον ουρανό. Γιατί δεν του εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, όπως ακριβώς και στον Στέφανο από τον ουρανό, αλλά με τη μορφή φωτιάς ή φωτός; Επειδή στον μεν Στέφανο, ως τέλειο και γνώστη του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως, και επειδή δεν σκανδαλιζόταν καθόλου από τη δική μας ανθρώπινη ταπεινότητα, δικαιολογημένα εμφανίστηκε με αυτόν τον τρόπο, όπως ακριβώς δηλαδή είχε αναληφθεί στον ουρανό. Στον δε Παύλο, επειδή ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο δεν καταδεχόταν να ονομάζει τον Ιησού Θεό, επειδή ήλθε ανάμεσά μας με σώμα, δεν εμφανίζεται ως άνθρωπος, για να μην ενισχύσει το πρόσκομμα στην απιστία του, αλλά μάλλον με τη μορφή αστραπής και φωτός, ώστε να τον προσελκύσει μέσα από τον Νόμο και τον Μωυσή. Διότι και εκεί ο ίδιος αυτός Θεός, όταν εμφανίστηκε στον Μωυσή, του μιλούσε μέσα από φωτιά· και όταν έδινε τον Νόμο στο Σινά, καταυγάζοντας με φωτιά τον Εβραίο του παρέδιδε τις πλάκες. Τον καταυγάζει, λοιπόν, για να στρέψει τον νου του στην ομοιότητα αυτών που έγιναν τότε και αυτών που γίνονται τώρα, και σαν να ξυπνά από κάποια λήθη, να αναγνωρίσει ότι οι θεοφάνειες προέρχονται από τη μία και μοναδική δύναμη· και στέλνει από τον ουρανό τη λάμψη, ώστε ο Παύλος να μην περιστρέφεται πλέον με τη διάνοιά του γύρω από τη Βηθλεέμ και τη Γαλιλαία και ονομάζει τον Χριστό γιο του Δαβίδ και άνθρωπο και με όλα τα άλλα ονόματα της θείας οικονομίας, αλλά να διδαχθεί με σαφήνεια ότι, ως Θεός, ήλθε σε εμάς από ψηλά, από όπου και τώρα εμφανίζεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες