Εἶδεν καλῶς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὃ πεποίηκεν, ὅτι ὁ ἰσχυρὸς ἐχθρὸς γένοιτ’ ἂν καὶ φίλος γενναῖος· καὶ περιλάμψας αὐτὸν αἰφνίδιον τῷ φωτὶ καταπλήττει καὶ μεταβάλλει πρὸς ταπεινότητα στήσας μὲν τοῦ δρόμου διὰ τὸν φόβον, τοὺς δὲ τὸ πυρῶδες καὶ θυμοειδὲς βλέποντας ὀφθαλμοὺς σωφρονίσας τῷ σκότῳ. Τιμωρεῖται δὲ αὐτὸν οὐ μετὰ σιωπῆς, ἀλλὰ καὶ λόγον τῷ ἔργῳ προσέθηκεν εἰπὼν ἐκεῖνο τὸ γεγραμμένον· Σαῦλε, Σαῦλε, τί με διώκεις; Σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν· οὐχ ὡς αὐτὸς διαλέξεως χρῄζων—τί γὰρ ἔδει λόγων τῶν πραγμάτων ἀρκούντων—, ἀλλ’ ἵνα πρόφασιν ἐνδῷ τοῦ ἐρωτῆσαι καὶ μαθεῖν ὅτι ὁ νομιζόμενος τεθνάναι καὶ κεῖσθαι Χριστὸς ζῇ καὶ ἐξ οὐρανῶν ἐπιφαίνεται καὶ οὕτως ἀπ’ ἐξουσίας τοὺς λυποῦντας ἀμύνεται. Οὐδὲν δὲ οἷον αὐτὰ τὰ ῥήματα παραθέσθαι τὰ τοῦ Ἑβραίου λύκου τὴν θήραν ἡμῖν ἐξηγούμενα. ο δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου. Ὑπογράφει μοι ὁ λόγος ἄνδρα θυμῷ ῥηγνύμενον ἐκ τῆς προλαβούσης μιαιφονίας ἔτι πνευστιῶντα μετὰ τὰς τῶν λίθων βολάς, ὕφαιμον καὶ ἄγριον βλέποντα οἷον ἐπάναγκες τὸν φονέα, σώζοντα ἐν ἀρχῇ τῆς τοῦ πατριάρχου προφητείας τὰ σύμβολα. Ἐκεῖνος γάρ, ἐπειδὴ τελευτᾶν ἔμελλεν, πάντοθεν τοὺς αὑτοῦ παῖδας περιστήσας τῇ κλίνῃ Πνεύματι προηγόρευσεν.
Μετάφραση
Είδε πολύ καλά ο Θεός μας αυτό που έκανε, διότι ο ισχυρός εχθρός θα μπορούσε να γίνει και γενναίος φίλος. Και περιλούζοντάς τον αιφνιδίως με φως, τον καταπλήσσει και τον μεταβάλλει προς την ταπεινότητα, σταματώντας τον από την πορεία του εξαιτίας του φόβου, και συνετίζοντας με το σκοτάδι τα μάτια του που έβλεπαν με πύρινη και θυμώδη ματιά. Τον τιμωρεί δε όχι εν σιωπή, αλλά πρόσθεσε και λόγο στο έργο, λέγοντας εκείνο το γεγραμμένο: Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις; Σκληρό είναι για σένα να λακτίζεις προς τα κέντρα. Όχι επειδή ο ίδιος είχε ανάγκη διαλόγου —διότι ποια ανάγκη υπήρχε για λόγια, εφόσον αρκούσαν τα γεγονότα;—, αλλά για να δώσει την αφορμή να ρωτήσει και να μάθει ότι ο Χριστός, ο οποίος ενομίζετο ότι είναι νεκρός και κείτεται, ζει και εμφανίζεται από τους ουρανούς, και έτσι με εξουσία αποκρούει αυτούς που τον λυπούν. Τίποτα δεν είναι προτιμότερο από το να παραθέσουμε αυτά τα ίδια τα λόγια που μας εξηγούν το κυνήγι του Εβραίου λύκου. Ο δε Σαύλος πνέοντας ακόμη απειλή και φόνο. Ο λόγος μού περιγράφει έναν άνδρα που εκρήγνυται από τον θυμό, που λαχανιάζει ακόμη από την προηγηθείσα δολοφονία μετά τις βολές των λίθων, που βλέπει αιμοσταγώς και αγρίως όπως είναι αναπόφευκτο για έναν φονιά, διατηρώντας στην αρχή τα σύμβολα της προφητείας του πατριάρχη. Διότι εκείνος, όταν επρόκειτο να πεθάνει, αφού συγκέντρωσε ολόγυρα στην κλίνη του τα παιδιά του, προφήτευσε δια του Πνεύματος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες