Τέως ὡμολόγησεν ἑαυτὸν δοῦλον. Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς, ὃν σὺ διώκεις. Ὡσεὶ ἔλεγε· Μὴ νομίσῃς πρὸς ἀνθρώπους εἶναί σοι τὸν πόλεμον. Οἱ δὲ συνόντες αὐτῷ, τὴν φωνὴν μὲν τοῦ Παύλου ἤκουσαν, οὐδένα δὲ ἐθεώρουν, πρὸς ὃν ἀπεκρίνατο. Εἰκότως· τῶν γὰρ ἐλαττόνων αὐτοὺς ἐποίησεν ἀκροατάς. Εἰ γὰρ τῆς φωνῆς ἤκουσαν ἐκείνης, κἂν ἠπίστησαν· τὸν δὲ Παῦλον ὁρῶντες ἀποκρινόμενον, ἐθαύμαζον. Ἀλλὰ Ἀνάστηθι, καὶ εἴσελθε εἰς τὴν πόλιν, καὶ λαληθήσεταί σοι, τί σε δεῖ ποιεῖν. Ὅρα, πῶς οὐκ εὐθέως πάντα αὐτῷ ἀποκαλύπτει, ἀλλὰ μόνον προμαλάττει αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, καὶ δι᾽ ὧν παρακελεύεται ποιεῖν αὐτὸν, παραχρῆμα δίδωσιν αὐτῷ χρηστὰς ἐλπίδας, καὶ ὅτι ἀναβλέψει. Οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ, εἱστήκεισαν ἐννεοὶ, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες. Ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς, ἀνεῳγμένων τε τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, οὐδένα ἔβλεπε. Χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν. Τὸ λάφυρον τοῦ διαβόλου, τὰ σκεύη αὐτοῦ, καθάπερ πόλεώς τινος ἢ μητροπόλεως ληφθείσης, εἰσάγουσι. Καὶ τὸ δὴ θαυμαστὸν, αὐτοὶ οἱ πολέμιοι καὶ ἐχθροὶ εἰσήγαγον αὐτὸν, πάντων ὁρώντων. Καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιε.
Μετάφραση
Προς το παρόν, ομολόγησε τον εαυτό του δούλο. Ο δε Κύριος είπε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίο εσύ καταδιώκεις». Σαν να του έλεγε: «Μη νομίσεις ότι ο πόλεμός σου είναι εναντίον ανθρώπων». Αυτοί δε που ήταν μαζί του, άκουσαν μεν τη φωνή του Παύλου, αλλά δεν έβλεπαν κανέναν προς τον οποίο να απαντά. Και δικαιολογημένα· διότι τους έκανε ακροατές των λιγότερο σημαντικών. Επειδή, αν είχαν ακούσει εκείνη τη φωνή, ίσως και να μην πίστευαν· βλέποντας όμως τον Παύλο να απαντά, απορούσαν. «Αλλά σήκω και είσελθε στην πόλη, και θα σου ειπωθεί τι πρέπει να κάνεις». Πρόσεξε πώς δεν του τα αποκαλύπτει αμέσως όλα, αλλά μόνο προετοιμάζει και μαλακώνει τη διάνοιά του, και μέσα από αυτά που τον προστάζει να κάνει, του δίνει αμέσως αγαθές ελπίδες, όπως και ότι θα ξαναβρεί το φως του. Οι δε άνδρες που τον συνόδευαν στέκονταν άφωνοι, ακούγοντας μεν τη φωνή, χωρίς όμως να βλέπουν κανέναν. Σηκώθηκε τότε ο Σαύλος από το έδαφος, και παρότι τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε κανέναν. Πιάνοντάς τον δε από το χέρι, τον οδήγησαν μέσα στη Δαμασκό. Το λάφυρο του διαβόλου, τα σκεύη του, τα φέρνουν μέσα σαν να είχε κυριευθεί κάποια πόλη ή μητρόπολη. Και το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι ίδιοι οι πολέμιοι και εχθροί τον οδήγησαν μέσα, μπροστά στα μάτια όλων. Και παρέμεινε τρεις ημέρες χωρίς να βλέπει, και ούτε έφαγε ούτε ήπιε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες