οἱ δὲ καὶ τὰ οὕτω σεπτά τε καὶ ἀξιάγαστα παρ᾽ οὐδὲν ἡγεῖσθαι σπουδάζοντες, τὰ πολὺ λίαν αἰσχίω τετιμηκότες, καὶ αὐτοῖς ἐμπαροινεῖν ἀπετόλμων τοῖς ἰδίοις θεοῖς, πανταχῆ τὸ θεῖον πατοῦντες ἀξίωμα, καὶ περιυβρίζοντες ἀδεῶς τὴν τῷ μόνῳ καὶ φύσει Θεῷ πρέπουσαν δόξαν, ὅτε καὶ τοῖς ψευδωνύμοις περιθέντες αὐτὴν, οὐδενὸς ἀξιοῦν ἠνέσχοντο λόγου. <Ἐγὼ δὲ ἐξῆρα τὸν Ἀμοῤῥαῖον ἐκ προσώπου αὐτῶν, οὗ ἦν καθὼς ὕψος κέδρου τὸ ὕψος αὐτοῦ, καὶ ἰσχυρὸς ἦν ὡς δρῦς, καὶ ἐξήρανα τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἐπάνωθεν, καὶ τὰς ῥίζας αὐτοῦ ὑποκάτωθεν.> Ὁρᾶς ὅπως ἀνοσίως περιυβρίζοντας καὶ καταφρονεῖν ἑλομένους ἀποφαίνει λοιπὸν, καὶ ὃν ἔδει μᾶλλον ταῖς χαριστηρίοις εὐφραίνειν ᾠδαῖς καὶ ταῖς εἰς πᾶν ὁτιοῦν εὐπειθείαις, ἀνούστατά τε καὶ ἀβουλότατα λυπεῖν ᾑρημένους, διάτοι τὸ ἐκ πολλῆς ἄγαν σκαιότητος τρόπων, καὶ ὧν εὖ πεπόνθασιν, ἐλάσαι πρὸς λήθην; ἐγὼ μὲν γάρ φησιν ἐξῆρα τὸν Ἀμοῤῥαῖον ἀπὸ προσώπου αὐτῶν· τουτέστι, τὰ βάρβαρα καθεῖλον γένη, δι᾽ ἑνός που τάχα τοῦ Ἀμοῤῥαίου καταδηλούμενα, ὡς σκληροῦ τε καὶ ἁδροτέρου· ἐγὼ νικῆσαι παρεσκεύασα τὸν οὕτως ὑπερφυῆ καὶ ἄθραυστον, ὡς δοκεῖν ἤδη πως ἦρθαι μὲν κέδρου πρὸς ὕψος, δρυὸς δὲ τῆς ἄγαν εὐσθενοῦς ἀπομιμεῖσθαι τὴν δύναμιν. ἦν γὰρ οὐχ ἕτερος πλὴν ὅτι μόνος ἐγὼ, φησὶν, ὁ καταμαραίνων αὐτὸν, καὶ καταπλήττων εἰς ῥίζας, μόνον δὲ οὐχὶ καὶ ἀφαυαίνων αὐτοῦ τὸν καρπόν.
Μετάφραση
Αυτοί όμως, επιδιώκοντας να θεωρούν ως μηδαμινά τα τόσο σεπτά και αξιοθαύμαστα, έχοντας τιμήσει τα πολύ πιο αισχρά, αποκοτούσαν να συμπεριφέρονται υβριστικά ακόμα και στους ίδιους τους θεούς τους, καταπατώντας παντού το θείο αξίωμα, και εξυβρίζοντας αδίστακτα τη δόξα που πρέπει μόνο στον κατά φύση Θεό, αφού, αποδίδοντάς την στους ψευδώνυμους θεούς, δεν καταδέχθηκαν να της δώσουν καμία απολύτως σημασία. <Εγώ δε εξολόθρευσα τον Αμορραίο από μπροστά τους, του οποίου το ύψος ήταν σαν το ύψος του κέδρου, και ήταν ισχυρός σαν τη βελανιδιά, και ξέρανα τον καρπό του από πάνω, και τις ρίζες του από κάτω.> Βλέπεις λοιπόν πώς τους παρουσιάζει να εξυβρίζουν ανόσια και να επιλέγουν να καταφρονούν, και Εκείνον που έπρεπε μάλλον να τον ευφραίνουν με ευχαριστήριες ωδές και με την υπακοή τους σε οτιδήποτε, να έχουν επιλέξει να Τον λυπούν με τον πιο ανόητο και απερίσκεπτο τρόπο, επειδή, εξαιτίας της υπερβολικής σκαιότητας των τρόπων τους, έφτασαν να λησμονήσουν ακόμα και τις ευεργεσίες που έλαβαν; Διότι λέει, εγώ εξολόθρευσα τον Αμορραίο από μπροστά τους. Δηλαδή, κατέστρεψα τα βάρβαρα έθνη, τα οποία πιθανώς υποδηλώνονται μέσω αυτού του ενός, του Αμορραίου, ως του πιο σκληρού και ρωμαλέου. Εγώ τους έδωσα τη νίκη απέναντι σε αυτόν τον τόσο υπερμεγέθη και ακατανίκητο, ώστε να φαίνεται πλέον πως είχε υψωθεί στο ύψος του κέδρου και μιμούνταν τη δύναμη της εξαιρετικά γερής βελανιδιάς. Διότι δεν ήταν άλλος, λέει, παρά μόνο εγώ, εκείνος που τον μάρανε και τον πάταξε μέχρι τις ρίζες, και σχεδόν αποξήρανε τον καρπό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες