Οὐκ ἔστι κακία ἐν πόλει, ἣν ὁ Κύριος οὐκ ἐποίησε·» τουτέστι λοιμοὺς, λιμοὺς, νόσους, καὶ σφαγὰς πολέμων. Ταῦτα γὰρ πάντα τῆς ἁμαρτίας ἐστὶν ἀναιρετικά. Παραχωρεῖ δὲ καὶ τελείως ἐγκαταλιμπάνει τοὺς μὴ θέλοντας ἢ ἀναμαρτήτως διάγειν, ἢ παιδευομένους μὴ ἐπιστρέφειν, ἀλλ᾽ ἔτι τῇ κακίᾳ ἐμμένειν, καθὼς γέγραπται, ὅτι «Τετύφλωκεν ὁ Θεὸς αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν·» καί· «Παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἀδόκιμον νοῦν ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα·» τουτέστιν, εἴασε διὰ τὸ αὐτεξούσιον· καί «Σκληρύνων σκληρυνῶ τὴν καρδίαν Φαραώ·» τουτέστι, παραχωρήσω σκληρυνθῆναι διὰ τὴν ἀπάθειαν αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Δεν υπάρχει κακό σε πόλη, το οποίο να μην έκανε ο Κύριος·» δηλαδή λοιμούς, λιμούς, ασθένειες και σφαγές πολέμων. Διότι όλα αυτά είναι αναιρετικά της αμαρτίας. Παραχωρεί δε και εγκαταλείπει τελείως εκείνους που δεν θέλουν ούτε να ζουν αναμάρτητα, ούτε, όταν παιδαγωγούνται, να επιστρέφουν, αλλά επιμένουν ακόμη στην κακία, όπως έχει γραφτεί: «Ο Θεός τύφλωσε τους οφθαλμούς τους και πώρωσε την καρδιά τους·» και: «Τους παρέδωσε σε αδόκιμο νου, ώστε να πράττουν τα μη πρέποντα·» δηλαδή, τους άφησε εξαιτίας του αυτεξουσίου· και: «Θα σκληρύνω την καρδιά του Φαραώ·» δηλαδή, θα παραχωρήσω να σκληρυνθεί εξαιτίας της απάθειάς του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες