Πολλοὶ πρὸς τὰ τοῦ βίου δυσχεραίνοντες πράγματα, ἐπείγουσιν ἑαυτῶν τὴν ἔξοδον καὶ ἐπικαλοῦνται τὸν θάνατον· πρὸς οὓς καλῶς ἔχει τὸ τοῦ Ἀμὼς λέγειν· Οὐαὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἡμέραν Κυρίου· καὶ αὕτη ἐστὶ σκότος, καὶ οὐ φῶς. Ὃν τρόπον ἄν τις ἐκφύγῃ ἄνθρωπος ἐκ προσώπου τοῦ λέοντος, καὶ ἐμπέσῃ αὐτῷ ἡ ἄρκτος· καὶ εἰσπηδήσῃ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἀπερείσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν τοῖχον, καὶ δάκῃ αὐτὸν ὁ ὄφις. —Οὐχὶ σκότος ἡ ἡμέρα Κυρίου καὶ οὐ φῶς, καὶ γνόφος οὐκ ἔχων φέγγος; Εἴ τις οὖν μὴ ἐπῳκοδόμησε τῇ οἰκοδομῇ τοῦ ἑαυτοῦ βίου ξύλα, ἢ χόρτον, ἢ καλάμην, ἐπιθυμείτω τὴν ἡμέραν Κυρίου, ἐν ᾗ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἰ δὲ οὐδεὶς καθαρὸς ἀπὸ ἔργων τῶν ἀπηγορευμένων, φοβείσθω τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
Μετάφραση
Πολλοί, δυσφορώντας με τα δυσάρεστα πράγματα του βίου, επισπεύδουν την έξοδό τους από αυτόν και επικαλούνται τον θάνατο. Σε αυτούς ταιριάζει να πει κανείς τα λόγια του Αμώς: Αλίμονο σε εκείνους που επιθυμούν την ημέρα του Κυρίου· διότι αυτή είναι σκοτάδι, και όχι φως. Όπως ακριβώς αν ένας άνθρωπος ξεφύγει από το πρόσωπο του λιονταριού, και πέσει πάνω του η αρκούδα· και πηδήξει μέσα στο σπίτι και στηρίξει τα χέρια του στον τοίχο, και τον δαγκώσει το φίδι. —Δεν είναι σκοτάδι η ημέρα του Κυρίου και όχι φως, και γνόφος που δεν έχει λάμψη; Εάν, λοιπόν, κάποιος δεν έχτισε στο οικοδόμημα της ζωής του ξύλα, ή χόρτο, ή καλάμια, ας επιθυμεί την ημέρα του Κυρίου, κατά την οποία το πυρ θα δοκιμάσει το έργο του καθενός, τι λογής είναι. Εάν όμως κανένας δεν είναι καθαρός από τα απαγορευμένα έργα, ας φοβάται την ημέρα εκείνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες