Πάνδεινον οὖν ἄρα τῆς ἀχαριστίας τὸ ἔγκλημα· κολάζεται δὲ, καὶ σφόδρα δικαίως. ὃν γὰρ ἔδει μᾶλλον ταῖς εὐφημίαις ἐξημεροῦν ἔτι, καὶ χαριστηρίοις κατευφραίνειν φωναῖς, παροτρύνειν ἀμαθῶς, πῶς οὐ παντὸς ἡμῖν ἔσται πρόξενον κακοῦ; <Οἱ εὐφραινόμενοι ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ ἀγαθῷ, οἱ λέγοντες Οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ ἡμῶν ἔσχομεν κέρατα; διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἐπεγείρω ἐφ᾽ ὑμᾶς οἶκος τοῦ Ἰσραὴλ ἔθνος, καὶ ἐκθλίψουσιν ὑμᾶς τοῦ μὴ εἰσελθεῖν εἰς Αἰμὰθ καὶ ἕως τοῦ χειμάῤῥου τῶν δυσμῶν.> Ἐστρέψατε τοίνυν φησὶ, “κρῖμα εἰς θυμὸν, καρπὸν δὲ ”δικαιοσύνης εἰς πικρίαν ὑμεῖς,” οἱ μέγα φρονοῦντες ἐφ᾽ ἑαυτοῖς, καὶ ὑψηλὴν ἀνασπῶντες κατὰ Θεοῦ τὴν ὀφρὺν, οἱ ἐπὶ σαθρῷ καὶ ἀσυνέτῳ χαίροντες λόγῳ. εἰρήκατε γὰρ, οὐκ ἐμὲ γεγενῆσθαι χορηγὸν τῆς ἐνούσης ὑμῖν ἰσχύος, καὶ τοῦ καταθλεῖν δύνασθαι τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ ταῖς ἑαυτῶν δυνάμεσιν ἀναθέντες τὰ αὐχήματα, τετολμήκατε καὶ εἰπεῖν Οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ ἡμῶν ἔσχομεν κέρατα; ὅμοιον δὲ ἦν ἐκεῖνο λοιπὸν, ἁλῶναι πεφρονηκότας καὶ ἀσυνέτως λέγοντας Αὐτοὶ καταδυναστεύομεν καὶ περιεσόμεθα τῶν ἐχθρῶν, κἂν εἰ μὴ ἕλοιτο, φησὶ, προασπίζειν Θεὸς, ἡμεῖς κεκρατήκαμεν, καὶ τοῖς οὕτω λαμπροῖς κατορθώμασι σεμνύνεσθαι χρὴ, Θεῷ τοπαράπαν νέμοντες οὐδέν. ὑπεροψία δὴ οὖν καὶ ὕβρις κατὰ Θεοῦ, τὸ ἀπόπληκτον οὕτω φρόνημά τε καὶ ῥῆμα.
Μετάφραση
Πολύ φοβερό λοιπόν είναι το έγκλημα της αχαριστίας· και τιμωρείται, και μάλιστα πολύ δίκαια. Διότι εκείνον που έπρεπε μάλλον να εξευμενίζουμε περισσότερο με ευφημίες και να ευφραίνουμε με ευχαριστήριες φωνές, το να τον παροργίζουμε από αμάθεια, πώς δεν θα γίνει για εμάς πρόξενος κάθε κακού; <Εσείς που ευφραίνεστε με λόγια που δεν έχουν κανένα καλό, που λέτε: «Δεν αποκτήσαμε κέρατα με τη δική μας ισχύ;» Διότι, ιδού, εγώ ξεσηκώνω εναντίον σας, οίκε του Ισραήλ, ένα έθνος, και θα σας καταθλίψουν, ώστε να μην μπορέσετε να εισέλθετε στην Αιμάθ και μέχρι τον χείμαρρο της δύσης.> Στρέψατε λοιπόν, λέει, «την κρίση σε θυμό, και τον καρπό της δικαιοσύνης σε πίκρα εσείς», που υπερηφανεύεστε για τον εαυτό σας και ανασηκώνετε αλαζονικά την οφρύ εναντίον του Θεού, εσείς που χαίρεστε με σαθρά και ασύνετα λόγια. Διότι υποστηρίξατε ότι δεν έγινα εγώ ο χορηγός της ισχύος που έχετε, ούτε της ικανότητάς σας να καταβάλλετε τους εχθρούς, αλλά, αποδίδοντας τα καυχήματα στις δικές σας δυνάμεις, τολμήσατε και να πείτε: «Δεν αποκτήσαμε κέρατα με τη δική μας ισχύ;» Το οποίο βέβαια ισοδυναμούσε πλέον με το να συλληφθείτε να σκέφτεστε και να λέτε ασύνετα: «Εμείς οι ίδιοι καταδυναστεύουμε και θα υπερισχύσουμε των εχθρών, και ακόμη και αν δεν επιλέξει, λέει, ο Θεός να μας υπερασπιστεί, εμείς επικρατήσαμε, και πρέπει να καυχιόμαστε για αυτά τα τόσο λαμπρά κατορθώματα, χωρίς να αποδίδουμε απολύτως τίποτα στον Θεό.» Υπεροψία λοιπόν και ύβρις εναντίον του Θεού αποτελεί αυτό το τόσο παράλογο φρόνημα και λόγος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες