Ἦχος θρηνούντων ἐν πόλει, ἦχος ἐν ἀγροῖς, ἐν ὁδοῖς, ἐν ἐρημίαις. Μία φωνὴ ἐλεεινὴ πάντων τὰ σκυθρωπὰ φθεγγομένων. Ἐξῆρται χαρὰ καὶ εὐφροσύνη πνευματική. Εἰς πένθος ἐστράφησαν ἡμῶν αἱ ἑορταί, οἶκοι προσευχῶν ἀπεκλείσθησαν, ἀργὰ τὰ θυσιαστήρια τῆς πνευματικῆς λατρείας. Οὐκέτι σύλλογοι Χριστιανῶν, οὐκέτι διδασκάλων προεδρίαι, οὐ διδάγματα σωτήρια, οὐ πανηγύρεις, οὐχ ὑμνῳδίαι νυκτεριναί, οὐ τὸ μακάριον ἐκεῖνο τῶν ψυχῶν ἀγαλλίαμα ὃ ἐπὶ ταῖς συνάξεσι καὶ τῇ κοινωνίᾳ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων ταῖς ψυχαῖς ἐγγίνεται τῶν πιστευόντων εἰς Κύριον. Ἡμῖν πρέπει λέγειν ὅτι· «Οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων οὔτε προφήτης οὔτε ἡγούμενος οὔτε προσφορὰ οὔτε θυμίαμα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιον Κυρίου καὶ εὑρεῖν ἔλεος».
Μετάφραση
Ήχος ανθρώπων που θρηνούν ακούγεται στην πόλη, ήχος στους αγρούς, στους δρόμους, στις ερημιές. Μία αξιοθρήνητη φωνή ακούγεται από όλους, οι οποίοι εκστομίζουν λόγια θλιβερά. Έχει εξαλειφθεί η χαρά και η πνευματική ευφροσύνη. Σε πένθος μετατράπηκαν οι εορτές μας, οι οίκοι προσευχής έκλεισαν, σε αδράνεια έμειναν τα θυσιαστήρια της πνευματικής λατρείας. Δεν υπάρχουν πλέον συνάξεις Χριστιανών, ούτε καθέδρες διδασκάλων, ούτε σωτήρια διδάγματα, ούτε πανηγύρεις, ούτε νυκτερινές υμνωδίες, ούτε εκείνη η μακάρια αγαλλίαση, η οποία γεννιέται στις ψυχές όσων πιστεύουν στον Κύριο κατά τις συνάξεις και την κοινωνία των πνευματικών χαρισμάτων. Σε εμάς αρμόζει να λέμε ότι: «Δεν υπάρχει κατά τον καιρό τούτο άρχοντας ούτε προφήτης ούτε ηγούμενος ούτε προσφορά ούτε θυμίαμα, ούτε τόπος για να προσφέρουμε θυσία ενώπιον του Κυρίου και να βρούμε έλεος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες