Ὑπογράψας γὰρ τῇ δεήσει τοῦ δικαίου ὁ θεὸς ἐξαίφνης καταστρέφει τὸν ἄρχοντα, διαδοχῇ ἢ τελευτῇ τέμνων αὐτὸν τῆς ἀρχῆς ἢ καὶ δημεύσει καὶ τηρήσει ὑποβαλών, καὶ ηὑρέθη ὁ βιοφορούμενος ἐν θλίψει πλατυνόμενος. 〈Εὐφρανθήσεται γὰρ δίκαιος ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν ἀσεβοῦς.〉 Ὃν γὰρ δημευτὴν ἐξεδέχετο, τοῦτον δημευόμενον ἐθεάσατο λέγων· 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι·〉 ἐν τῇ τρικυμίᾳ καὶ τῷ πελάγει λιμένα μοι ἤνεγκας· ἐν τῇ ἐρημίᾳ τῶν πραγμάτων ὡς τῷ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ εὐθηνίαν ἔδειξας, ὅτι, ὡς τὸν Φαραώ, καταποντιζόμενον τὸν ἐχθρόν μοι ἔδειξας. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι·〉 ἐν τῇ καμίνῳ τῶν πειρασμῶν μοι δροσοφόρον ἄγγελον ὡς τοῖς τρισὶ παισὶν ἐξέπεμψας, καὶ ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ θλίψις τοὺς ἀντιδίκους ὡς ἡ φλὸξ τῆς καμίνου τοὺς Βαβυλωνίους κατέλαβεν. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι·〉 ἐν τῇ φυλακῇ μοι σεσιδηρομένῳ ὡς τῷ Πέτρῳ τὸ φέγγος ἀνέτειλας, καὶ ὁ λύσας τὸν ἀπόστολον Πέτρον καὶ ἐμὲ τοῦ ἐγκλήματος ἀπέλυσε καὶ τοὺς ἀγρίους ἀπανθρώπους δημίους ὡς τοὺς στρατιώτας τότε ἀντ᾽ ἐμοῦ τῇ δίκῃ ὑπέβαλε· 〈Δίκαιος〉 γὰρ 〈ἐκ θήρας ἐκδύνει· ἀντ᾽ αὐτοῦ δὲ παραδίδοται ὁ ἀσεβής.〉 Εἶτα, ὡς ἐρωτηθεὶς ὁ Δαυίδ· Καὶ τί ἔλεγες τῷ θεῷ προσευχόμενος; Μὴ μακρὸν κατέτεινας λόγον, μὴ πλατὺν ὀνομάτων καὶ ῥημάτων κατέγραψας πίνακα; Ἀποκρίνεται καὶ λέγει· Οὐ χρῄζει πολυλογίας ὁ θεός, ὁ καὶ μόνῳ στεναγμῷ ἀρκούμενος.
Μετάφραση
Διότι ο Θεός, αφού αποδέχθηκε τη δέηση του δικαίου, ξαφνικά καταστρέφει τον άρχοντα, αποκόπτοντάς τον από την εξουσία με διαδοχή ή με θάνατο ή ακόμη και υποβάλλοντάς τον σε δήμευση και φυλάκιση, και βρέθηκε αυτός που αγωνιούσε για τη ζωή του να ανακουφίζεται μέσα στη θλίψη. «Διότι θα ευφρανθεί ο δίκαιος, όταν δει την εκδίκηση του ασεβούς.» Επειδή, αυτόν που περίμενε ως δημευτή, αυτόν είδε να του δημεύεται η περιουσία, λέγοντας: «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες άνεση·» μέσα στην τρικυμία και το πέλαγος μου έφερες λιμάνι· στην ερημία των πραγμάτων, όπως στον Ισραήλ μέσα στην έρημο, μου έδειξες αφθονία, διότι, όπως τον Φαραώ, μου έδειξας τον εχθρό να καταποντίζεται. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες άνεση·» μέσα στο καμίνι των πειρασμών μου έστειλες δροσοφόρο άγγελο, όπως στους Τρεις Παίδες, και ο πειρασμός και η θλίψη κατέλαβαν τους αντιδίκους, όπως η φλόγα της καμίνου τους Βαβυλωνίους. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες άνεση·» μέσα στη φυλακή, ενώ ήμουν δεμένος με σίδερα όπως ο Πέτρος, μου ανέτειλες το φως, και Εκείνος που έλυσε τον απόστολο Πέτρο απάλλαξε κι εμένα από την κατηγορία, και τους άγριους και απάνθρωπους δημίους, όπως τότε τους στρατιώτες, υπέβαλε στην τιμωρία αντί για εμένα. Διότι «ο δίκαιος διασώζεται από την παγίδα, και αντί γι' αυτόν παραδίδεται ο ασεβής». Έπειτα, σαν να ρωτήθηκε ο Δαβίδ: Και τι έλεγες στον Θεό όταν προσευχόσουν; Μήπως εξέτεινες μακροσκελή λόγο, μήπως κατέγραψες έναν μεγάλο κατάλογο ονομάτων και λέξεων; Αποκρίνεται και λέει: Ο Θεός δεν χρειάζεται πολυλογία, Εκείνος που αρκείται έστω και σε έναν μόνο στεναγμό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες