Τοιγάρτοι καὶ ἔφασκον· «Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν, ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών·» ἐν ᾗ κατὰ νόμους καὶ ἔθη τὰ Ἰουδαίων, ἡ τῆς αἰνέσεως θυσία προσεκομίζετο χορδαῖς καὶ ὀργάνοις ἐκπεραινομένη, καὶ κατακηλοῦσα τοῖς μέλεσι τοὺς τῷ θείῳ προσιόντας ναῷ. Ἐπειδὴ δὲ ἦσαν ἐν ἀλλοτρίῳ ζυγῷ δουλείας κατεσφιγμένοι, κατολοφυρόμενοι λέγουσιν· «Ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς, ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν·» τὸ ἐν ᾠδαῖς ἀπρακτεῖν, δι᾽ αὐτοῦ δὴ τούτου κατασημαίνοντες. Ἄκαρπον γὰρ, μᾶλλον δὲ ὠλεσίκαρπον ἡ ἰτέα φυτὸν, εἴρηται γὰρ ὡδὶ παρὰ τοῦ τῶν παρ᾽ Ἕλλησι ποιητῶν. Ἀνέκειτο τοίνυν εἰς ἀπραξίαν τε καὶ ἀκαρπίαν τὰ τῆς ᾠδῆς ὄργανα· καὶ τῆς εἰς τοῦτο ῥᾳστώνης τὴν ἀφορμὴν ἀνακεκραγότες λέγουσι· «Πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;» Διακομίσαντος δὲ αὐτοῖς τοῦ Βαροὺχ τοὺς Ἱερεμίου λόγους, Ἔκλαιον πάντες, φησὶ, καὶ ἐνήστευον καὶ ηὔχοντο προσευχὴν ἐναντίον Κυρίου· καὶ συνήγαγον ἀργύριον, καθὰ ἑκάστου ἐδύνατο ἡ χείρ· καὶ ἀπέστειλαν εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς Ἰωακεὶμ υἱὸν Χελκίου, υἱοῦ Σαλὼμ τὸν ἱερέα, καὶ πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ πρὸς πάντα τὸν λαὸν τὸν εὑρεθέντα μετ᾽ αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ.»
Μετάφραση
Γι' αυτό, λοιπόν, και έλεγαν: «Στους ποταμούς της Βαβυλώνας, εκεί καθίσαμε και κλάψαμε, όταν θυμηθήκαμε τη Σιών·» στην οποία, σύμφωνα με τους νόμους και τα έθιμα των Ιουδαίων, η θυσία της αινέσεως προσφερόταν τελούμενη με έγχορδα και άλλα όργανα, γοητεύοντας με τις μελωδίες της όσους προσέρχονταν στον θείο ναό. Επειδή όμως ήταν σφιγμένοι κάτω από ξένο ζυγό δουλείας, θρηνώντας λένε: «Στις ιτιές που βρίσκονταν στο μέσο της κρεμάσαμε τα όργανά μας·» υποδηλώνοντας με αυτό ακριβώς το γεγονός την αδυναμία τους να ψάλλουν ωδές. Διότι η ιτιά είναι φυτό άκαρπο, ή μάλλον φυτό που ρίχνει τους καρπούς του πριν ωριμάσουν, όπως έχει ειπωθεί από τον ποιητή των Ελλήνων. Επομένως, τα όργανα της ωδής παραδόθηκαν στην απραξία και την ακαρπία· και ανακράζοντας την αιτία αυτής της αδράνειας, λένε: «Πώς να ψάλουμε την ωδή του Κυρίου σε ξένη γη;» Όταν δε ο Βαρούχ τούς μετέφερε τα λόγια του Ιερεμία, όλοι έκλαιγαν, λέει το κείμενο, και νήστευαν και προσεύχονταν ενώπιον του Κυρίου· και συγκέντρωσαν χρήματα, ανάλογα με το τι μπορούσε να προσφέρει το χέρι του καθενός· και τα έστειλαν στην Ιερουσαλήμ προς τον ιερέα Ιωακείμ, γιο του Χελκία, γιου του Σαλώμ, και προς τους ιερείς και προς όλο τον λαό που βρέθηκε μαζί του στην Ιερουσαλήμ.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες