αʹ. Πᾶσαι μὲν ἅγιαι αἱ ἐπιστολαὶ Παύλου, ἔχουσι δέ τι πλέον αἱ δεδεμένου αὐτοῦ πεμπόμεναι, οἵα ἐστὶν ἡ πρὸς Ἐφεσίους, οἵα ἡ πρὸς Φιλήμονα, οἵα ἡ πρὸς Τιμόθεον, οἵα ἡ πρὸς Φιλιππησίους, οἵα αὕτη ἡ παροῦσα· καὶ γὰρ καὶ αὕτη δεσμίου ὄντος ἐπέμπετο, καθὼς γράφων ἔλεγε· Διὸ καὶ δέδεμαι, ἵνα φανερώσω αὐτὸ, ὡς δεῖ με λαλῆσαι. Ἀλλ᾽ αὕτη μὲν δοκεῖ τῆς πρὸς Ῥωμαίους ὑστέρα εἶναι. Ἐκείνην μὲν γὰρ οὐδέπω ἰδὼν Ῥωμαίους ἔγραφε, ταύτην δὲ ἤδη τεθεαμένος, καὶ πρὸς τῷ τέλει τοῦ κηρύγματος ὤν. Καὶ δῆλον ἐκεῖθεν· ἐν γὰρ τῇ ἐπιστολῇ φησι τῇ πρὸς Φιλήμονα, Τοιοῦτος ὢν, ὡς Παῦλος πρεσβύτης, καὶ ὑπὲρ Ὀνησίμου ἀξιῶν· ἐν ταύτῃ δὲ αὐτὸν πέμπει τὸν Ὀνήσιμον, καθώς φησι, Σὺν Ὀνησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, πιστὸν καὶ ἀγαπητὸν, καὶ ἀδελφὸν αὐτὸν καλῶν. Διὸ καὶ θαῤῥούντως λέγει ἐν ταύτῃ τῇ ἐπιστολῇ· Ἀπὸ τῆς ἐλπίδος τοῦ Εὐαγγελίου, οὗ ἠκούσατε, τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ τῇ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν· ἤδη γὰρ χρόνον εἶχε τὸ κήρυγμα. Ταύτης οὖν ὑστέραν οἶμαι τὴν πρὸς Τιμόθεον εἶναι, καὶ πρὸς αὐτῇ τῇ τελευτῇ λοιπόν· ἐκεῖ γάρ φησιν, Ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι. Τῆς μὲν οὖν πρὸς Φιλιππησίους ἥδε πρεσβυτέρα· ἐν ἐκείνῃ γὰρ φαίνεται ἀρχὴν ἔχων τῶν δεσμῶν τῶν ἐν τῇ Ῥώμῃ. Τίνος δὲ ἕνεκεν λέγω πλέον ἔχειν ταύτας τὰς ἐπιστολάς;
Μετάφραση
α. Όλες μεν οι επιστολές του Παύλου είναι άγιες, έχουν όμως κάτι περισσότερο εκείνες που στέλνονταν ενώ αυτός ήταν δέσμιος, όπως είναι η προς Εφεσίους, η προς Φιλήμονα, η προς Τιμόθεον, η προς Φιλιππησίους, όπως είναι και η παρούσα. Διότι και αυτή στελνόταν ενώ ήταν δέσμιος, καθώς γράφοντας έλεγε: «Γι' αυτό και είμαι δεμένος, για να το φανερώσω, όπως ακριβώς πρέπει να μιλήσω». Αλλά αυτή φαίνεται να είναι μεταγενέστερη από την προς Ρωμαίους. Διότι εκείνη την έγραφε χωρίς να έχει δει ακόμη τους Ρωμαίους, ενώ τούτη την έγραψε έχοντάς τους ήδη δει, και βρισκόμενος προς το τέλος του κηρύγματος. Και είναι φανερό από το εξής· διότι στην επιστολή προς τον Φιλήμονα λέει: «Τέτοιος που είμαι, δηλαδή ο Παύλος ο πρεσβύτης, και σε παρακαλώ υπέρ του Ονήσιμου»· σε τούτη δε στέλνει τον ίδιο τον Ονήσιμο, όπως λέει: «Μαζί με τον Ονήσιμο τον πιστό και αγαπητό αδελφό», αποκαλώντας τον πιστό, αγαπητό και αδελφό. Γι' αυτό και με θάρρος λέει σε τούτη την επιστολή: «Από την ελπίδα του Ευαγγελίου το οποίο ακούσατε, και το οποίο κηρύχθηκε σε όλη την κτίση κάτω από τον ουρανό»· διότι το κήρυγμα είχε ήδη διαρκέσει πολύ χρόνο. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η προς Τιμόθεον είναι μεταγενέστερη από αυτήν, και συντάχθηκε πλέον στο ίδιο το τέλος του βίου του· διότι εκεί λέει: «Διότι εγώ ήδη προσφέρομαι ως σπονδή». Από την προς Φιλιππησίους, ωστόσο, τούτη είναι προγενέστερη· διότι σε εκείνη φαίνεται να βρίσκεται στην αρχή της φυλάκισής του στη Ρώμη. Για ποιον λόγο, όμως, λέω ότι αυτές οι επιστολές έχουν κάτι το περισσότερο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες