Πρότερον γὰρ ἑαυτὸν εἰρηνοποιήσας, καὶ τοῖς ἄλλοις ἐγένετο τῆς εἰρήνης πρόξενος, καὶ εἰς αὐτὸν ἐπληροῦτο τὸ «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.» Ἦν δὲ μακρόθυμος καὶ ἀτάραχος καὶ προσηνὴς τοῖς προσιοῦσι. Καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ἱλαρὸς ἐν σεμνότητι καὶ «ἅλατι ἠρτυμένος.» Καὶ εἶχε, κατὰ τὴν Γραφήν, τὴν φρόνησιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα. Ἦν δὲ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς σφόδρα περιπόθητος, τὰς αὐτῶν ψυχὰς τῷ πνευματικῷ τῆς νουθεσίας λόγῳ κατευφραίνων, καὶ προτρέπων εἰς ἀρετὴν τῷ καλῷ τοῦ βίου καὶ τῆς ἐναρέτου πράξεως ὑποδείγματι. Ἐκεῖνα διδάσκων ἅπερ ἔπραττε καὶ συγκιρνῶν τῷ κατὰ Θεὸν φόβῳ τὴν πρᾳότητα. Καὶ ἐν καιρῷ ἑκάστῳ κεχρημένος «ἐλέγχων, ἐπιτιμῶν, παρακαλῶν», κατὰ τὸν τοῦ Ἀποστόλου λόγον. Καθὼς δὲ πρὸς τὴν ἡμετέραν ὠφέλειαν ἡμῖν ἀφηγήσατο, ὅτι ἐν τῇ συμβάσῃ αὐτῷ μεγάλῃ ἀσθενείᾳ, σφοδρῷ καὶ ἀπαύστῳ κατεχόμενος πυρετῷ, οὐ παρεκάλεσε τὸν Θεὸν παρασχεῖν αὐτῷ τὴν ὑγείαν, οὐδὲ κουφίσαι αὐτὸν τῆς ὀδύνης, ἀλλὰ χαρίσασθαι αὐτῷ ὑπομονὴν καὶ εὐχαριστίαν. Συνέβη δέ ποτε ἀδελφῷ εὐλαβεῖ καὶ χρησίμῳ ταραχθέντι κατὰ διαβολικὴν ἐνέργειαν βουληθῆναι ἀναχωρῆσαι. Καὶ ὡς πολλὰ νουθετήσας αὐτὸν οὐκ ἔπεισε μεῖναι, ἔστη εἰς προσευχὴν καὶ ἔβαλε γονυκλισίας. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν ὁ ἀδελφὸς ἀνέστη καὶ αὐτός, καὶ τὸ αὐτὸ ἐποίησε.
Μετάφραση
Διότι, αφού πρώτα ειρήνευσε τον εαυτό του, έγινε και στους άλλους πρόξενος ειρήνης, και εκπληρωνόταν σε αυτόν το «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι υιοί Θεού κληθήσονται.» Ήταν μακρόθυμος, ατάραχος και προσηνής προς αυτούς που τον πλησίαζαν. Και ο λόγος του ήταν ιλαρός με σεμνότητα και «αρτυμένος με άλας.» Και διέθετε, κατά τη Γραφή, τη φρόνηση και την ακεραιότητα. Ήταν δε πάρα πολύ αγαπητός στους αδελφούς, ευφραίνοντας τις ψυχές τους με τον πνευματικό λόγο της νουθεσίας, και προτρέποντάς τους στην αρετή με το καλό παράδειγμα του βίου και της ενάρετης πράξης του. Δίδασκε εκείνα τα οποία έπραττε και αναμείγνυε τον κατά Θεόν φόβο με την πραότητα. Και σε κάθε περίσταση εφάρμοζε το κατάλληλο, «ελέγχοντας, επιτιμώντας, παρακαλώντας», κατά τον λόγο του Αποστόλου. Όπως δε για τη δική μας ωφέλεια μας διηγήθηκε, κατά τη μεγάλη ασθένεια που του συνέβη, ενώ κατεχόταν από σφοδρό και ακατάπαυστο πυρετό, δεν παρακάλεσε τον Θεό να του παράσχει την υγεία του, ούτε να τον ανακουφίσει από την οδύνη, αλλά να του χαρίσει υπομονή και ευχαριστία. Συνέβη δε κάποτε ένας ευλαβής και χρήσιμος αδελφός, αφού ταράχθηκε από διαβολική ενέργεια, να θελήσει να αναχωρήσει. Και καθώς, αν και τον νουθέτησε πολύ, δεν τον έπεισε να παραμείνει, στάθηκε σε προσευχή και έκανε γονυκλισίες. Και βλέποντάς τον ο αδελφός, σηκώθηκε και αυτός, και έπραξε το ίδιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες