Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ εὐνοῦχος· φοβοῦμαι 〈ἐγὼ τὴν βρῶσιν ὑμῶν καὶ τὴν πόσιν, μήποτε〉 ὀφθῶσι τὰ 〈πρόσωπα ὑμῶν σκυθρωπὰ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως παρὰ πάντα τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα ἐκ τῆς τραπέζης τοῦ βασιλέως καὶ καταδικάσει με〉· εἶπον δὲ αὐτῷ 〈πείρασον τοὺς δούλους σου ἡμέρας ὡσεὶ δέκα, καὶ δὸς ἡμῖν· καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὄσπρια φαγεῖν καὶ ὕδωρ πιεῖν· καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ ὤφθησαν αἱ ἰδέαι αὐτῶν ἐκλεκταὶ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως〉.
Μετάφραση
Και λέγει σε αυτούς ο ευνούχος: Φοβάμαι 〈εγώ για το φαγητό και το ποτό σας, μήπως τυχόν〉 φανούν τα 〈πρόσωπά σας σκυθρωπά ενώπιον του βασιλιά σε σύγκριση με όλα τα νεαρά παιδιά που τρώνε από το τραπέζι του βασιλιά και με καταδικάσει〉· εκείνοι όμως του είπαν: 〈Δοκίμασε τους δούλους σου για δέκα περίπου ημέρες, και δώσε μας· και τους έδωσε όσπρια να φάνε και νερό να πιουν· και τους παρουσίασε ενώπιον του βασιλιά, και η όψη τους φάνηκε πιο εκλεκτή σε σύγκριση με τα νεαρά παιδιά που έτρωγαν από το τραπέζι του βασιλιά〉.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες