καὶ γὰρ τότε πολλοὶ μὲν ἦσαν οἱ μετὰ Δανιὴλ ἑστῶτες, ἀλλ’ „οὐκ εἶδαν τὴν ὀπτασίαν“, οὐ γὰρ ἦσαν ἄξιοι, „ἀλλ’ ἔκστασις μεγάλη ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτοὺς καὶ ἔφυγον ἐν φόβῳ“. „κἀγώ“, φησίν, „ὑπελείφθην μόνος“ καὶ πίπτω ἐπὶ „πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἰδοὺ ὡς χεὶρ“ ἀνθρώπου ἥψατό μου. „χείρ“, φησίν, ἀνθρώπου, οὔπω ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ μέλλον τῆς οἰκονομίας διὰ τῆς χειρὸς σημαίνων.
Μετάφραση
Διότι και τότε πολλοί ήταν εκείνοι που στέκονταν μαζί με τον Δανιήλ, αλλά «δεν είδαν την οπτασία», επειδή δεν ήταν άξιοι, «αλλά μεγάλη έκσταση έπεσε πάνω τους και έφυγαν έντρομοι». «Και εγώ», λέει, «έμεινα μόνος» και πέφτω με «το πρόσωπό μου στη γη, και ιδού κάτι σαν χέρι» ανθρώπου με άγγιξε. «Χέρι», λέει, ανθρώπου, όχι ακόμη άνθρωπος, αλλά υποδηλώνοντας με το χέρι το μέλλον της Οικονομίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες