Τούτων οὕτως εἰρημένων λέγει ὁ Δανιήλ· „καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἕτεροι δύο ἄνδρες εἱστήκεισαν εἷς ἐντεῦθεν τοῦ χείλους τοῦ ποταμοῦ καὶ εἷς ἐντεῦθεν τοῦ χείλους τοῦ ποταμοῦ καὶ“ ἀπεκρίθησαν „τῷ ἀνδρὶ τῷ“ ἑστῶτι „ἐπάνω τοῦ <ὕδατος> τοῦ ποταμοῦ“ καὶ εἶπαν αὐτῷ· „ἕως πότε τὸ πέρας“ τῶν λόγων „τῶν θαυμαστῶν, ὧν ἐλάλησας; καὶ ἤκουσα τοῦ ἀνδρὸς τοῦ ἐνδεδυμένου τὸ βαδδίν, ὃς ἦν ἐπάνω τοῦ ὕδατος τοῦ ποταμοῦ καὶ ὕψωσεν τὴν δεξιὰν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀριστερὰν αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι εἰς καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ἐν τῷ συντελεσθῆναι διασκορπισμὸν γνώσονται ταῦτα πάντα“. τίνες οὖν ἦσαν οἱ δύο ἄνδρες οἱ ἑστῶτες παρὰ τὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ, ἀλλ’ ἢ „ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται“; καὶ τίς ἦν ὁ ἑστὼς „ἐπάνω τοῦ ὕδατος“ εἰ μὴ αὐτὸς οὗτος, περὶ οὗ αὐτοὶ πάλαι προεκήρυξαν, ὃς ἔμελλεν ἐπ’ ἐσχάτων ἐπὶ τῷ Ἰορδάνῃ φανερῶς ὑπὸ τοῦ πατρὸς μαρτυρεῖσθαι καὶ ὑπὸ Ἰωάννου τῷ λαῷ παρρησίᾳ δείκνυσθαι, ὁ τὸ κάστυ τοῦ γραμματέως περὶ τὴν ὀσφὺν φορῶν καὶ τὸ βαδδίν, τὸν ποικίλον χιτῶνα ἐνδεδυμένος. οὗτοι πυνθάνονται αὐτοῦ εἰδότες, ὅτι αὐτῷ „ἐδόθη πᾶσα“ ἀρχὴ καὶ „ἐξουσία“, ἵνα μάθωσιν παρ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς, πότε μέλλει ἐπάγειν τῷ κόσμῳ τὴν κρίσιν καὶ πότε τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λελαλημένα πληρωθήσεται.
Μετάφραση
Αφού ειπώθηκαν αυτά κατ' αυτόν τον τρόπο, λέει ο Δανιήλ: «Και είδα, και ιδού δύο άλλοι άνδρες στέκονταν, ο ένας από αυτήν την πλευρά της όχθης του ποταμού και ο άλλος από την άλλη πλευρά της όχθης του ποταμού, και» αποκρίθηκαν «στον άνδρα που» στεκόταν «πάνω από τα <νερά> του ποταμού» και του είπαν: «Έως πότε θα είναι το τέλος» των λόγων «των θαυμαστών, τα οποία ελάλησες; Και άκουσα τον άνδρα τον ενδεδυμένο με το βαδδίν, ο οποίος βρισκόταν πάνω από τα νερά του ποταμού, και ύψωσε το δεξί του και το αριστερό του χέρι προς τον ουρανό, και ορκίστηκε σε Αυτόν που ζει εις τον αιώνα, ότι σε έναν καιρό και σε καιρούς και σε μισό καιρό, όταν θα συντελεστεί ο διασκορπισμός, θα τα γνωρίσουν όλα αυτά». Ποιοι ήταν λοιπόν οι δύο άνδρες που στέκονταν παρά την όχθη του ποταμού, αν όχι «ο νόμος και οι προφήτες»; Και ποιος ήταν αυτός που στεκόταν «πάνω από το νερό» εάν όχι αυτός ο ίδιος, για τον οποίο αυτοί από παλιά προκήρυξαν, ο οποίος επρόκειτο στους έσχατους καιρούς στον Ιορδάνη να λάβει φανερά τη μαρτυρία από τον Πατέρα και να υποδειχθεί δημόσια στον λαό από τον Ιωάννη, αυτός που φέρει το μελανοδοχείο του γραμματέα γύρω από την οσφύ του και είναι ενδεδυμένος το βαδδίν, τον ποικιλτό χιτώνα. Αυτοί τον ρωτούν γνωρίζοντας ότι σε αυτόν «δόθηκε κάθε» αρχή και «εξουσία», ώστε να μάθουν από αυτόν με ακρίβεια πότε πρόκειται να επιφέρει την κρίση στον κόσμο και πότε θα εκπληρωθούν όσα ειπώθηκαν από αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες