Ἐπεὶ οὖν ἀδύνατον ἔφησαν ὑπὸ ἀνθρώπου τοῦτο λεχθῆναι τὸ ὑπὸ τοῦ βασιλέως ζητούμενον, ἐπέδειξεν αὐτοῖς ὁ θεὸς ὅτι τὰ παρ’ ἀνθρώποις ἀδύνατα, ταῦτα δυνατὰ ἦν παρὰ θεῷ. μέλλοντος γὰρ Ἀριὼχ τοῦ ἀρχιμαγείρου ἀναιρεῖν τόν τε „Δανιὴλ καὶ τοὺς“ τρεῖς „φίλους αὐτοῦ“—αὐτὸς γὰρ „ἐξῆλθεν ἀνελεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος“· ἀρχιμάγειρον αὐτὸν εἶπεν ἡ γραφὴ τὸν ἄρχον<τα> τῆς μαχαίρας· ὥσπερ γὰρ ὁ μάγειρος πάντα τὰ ζῷα ἀναιρεῖ καὶ μαγειρεύει, τῷ αὐτῷ τρόπῳ καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου <τ>ού<του> ἀναιροῦσι τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἄλογα ζῷα μαγειρεύοντες αὐτούς—προσελθὼν Δανιὴλ ἔφη· „περὶ τίνος ἐ<ξ>ῆ<λθεν ἡ γ>νώμη ἡ ἀναιδὴς <αὕ>τη ἐκ <προσ>ώπου τοῦ βασιλέως;“ ἐζήτησεν γὰρ τὴν αἰτίαν μαθεῖν παρ’ αὐτοῦ, τίνι λόγῳ ἀναιροῦνται οἱ Βαβυλώνιοι. ὁ δὲ „Ἀριὼχ ἐγνώρισεν τὸ ῥῆμα τῷ Δανιήλ“. ὁ δὲ ἀκούσας „ἠξίωσεν αὐτόν, ὅπως χρόνον δῷ αὐτῷ“ καὶ τὸ σύγκριμα „τῷ βασιλεῖ“ γνωρίσῃ.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, είπαν ότι ήταν αδύνατον να ειπωθεί από άνθρωπο αυτό που ζητούσε ο βασιλιάς, τους απέδειξε ο Θεός ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους, αυτά ήταν δυνατά για τον Θεό. Διότι, ενώ ο αρχιμάγειρας Αριώχ επρόκειτο να θανατώσει «τον Δανιήλ και τους» τρεις «φίλους του» —επειδή ο ίδιος «εξήλθε για να θανατώσει τους σοφούς της Βαβυλώνας»· η Γραφή τον ονόμασε αρχιμάγειρα, δηλαδή άρχοντα του ξίφους· διότι, όπως ακριβώς ο μάγειρας σφάζει και μαγειρεύει όλα τα ζώα, με τον ίδιο τρόπο και οι άρχοντες τούτου του κόσμου θανατώνουν τους ανθρώπους μαγειρεύοντάς τους σαν άλογα ζώα— πλησίασε ο Δανιήλ και είπε: «Για ποιον λόγο εξήλθε αυτή η αναιδής απόφαση από το πρόσωπο του βασιλιά;» Ζήτησε, δηλαδή, να μάθει από αυτόν την αιτία, για ποιον λόγο θανατώνονται οι Βαβυλώνιοι. Και ο «Αριώχ έκανε γνωστό το ζήτημα στον Δανιήλ». Εκείνος δε, αφού το άκουσε, «τον παρακάλεσε να του δώσει χρόνο» ώστε να κάνει γνωστή την ερμηνεία «στον βασιλιά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες