Εἰ ἀσύγκριτος ὁ Πατὴρ κατὰ πάντα πρὸς τὸν Υἱὸν, κατὰ πάντα δὲ καὶ πρὸς τὴν κτίσιν· οὐκ ἄλλως πρὸς τὸν Υἱὸν, ἑτέρως δὲ πρὸς τὴν κτίσιν, ἀλλ᾽ ὁμοίως· οὐκοῦν οὐ μόνον ἀνόμοιος τῷ Πατρὶ, ἀλλὰ καὶ ὅμοιος τῇ κτίσει. Καὶ πῶς οὐκ ἄτοπον; Εἰ, κτίσμα λέγοντες τὸν Υἱὸν, οὐχ ὡς ἓν τῶν κτισμάτων λέγουσι· διὰ τί, γέννημα λεγόντων ἡμῶν, ὡς ἓν τῶν γεννημάτων νοοῦσιν; Εἰ οὐ γεννᾷ Θεὸς, ἵνα μὴ ῥεῦσιν ὑπομείνῃ· οὐδὲ κτίζει, ἵνα μὴ κάμῃ· εἰ δὲ κτίζει ἀπαθῶς, πολλῷ μᾶλλον ἀπαθῶς γεννᾷ. Εἰ ἀπαύγασμα παντὸς φωτὸς γεννᾶται μὲν ἐκ τοῦ φωτὸς, οὔ ποτε δὲ, ἀλλὰ ἀχρόνως καὶ συναϊδίως ἐκείνῳ (οὐ γάρ ἐστι φῶς χωρὶς ἀπαυγάσματος)· καὶ ὁ Υἱὸς, ἀπαύγασμα τυγχάνων, οὔ ποτε ἔσται, ἀλλὰ συναϊδίως, φωτὸς ὄντος τοῦ Θεοῦ, ὡς Δαβίδ φησιν· Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς· καὶ Δανιήλ· Καὶ τὸ φῶς μετ᾽ αὐτοῦ ἐστιν. Εἰ τὸ γέννημα οὐσία ἐστὶ κατ᾽ αὐτοὺς, ὡς καὶ τὸ ἀγέννητον, γέννημα δὲ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐσία ἄρα ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Εἰ βουλήσει καὶ οὐ φύσει ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν ἐγέννησεν, ἢ ἅπαξ βουληθεὶς, ἀβούλητος τὸ λοιπὸν, ἢ καὶ πάλιν βουληθεὶς, καὶ πάλιν ἐγέννησεν. Εἰ δὲ οὐ μία βούλησις αὐτοῦ, ἀλλὰ διάφορος, οὐκέτι ἁπλοῦς οὐδὲ ἑνὸς ποιητὴς, ἀλλ᾽ ὡς βούλεται καὶ ποιεῖ. Εἰ Θεὸς οὐ γεννᾷ, ἢ διὰ τὸ μὴ δύνασθαι πάντως, ἢ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι.
Μετάφραση
Εάν ο Πατέρας είναι κατά πάντα ασύγκριτος προς τον Υιό, αλλά κατά πάντα ασύγκριτος και προς την κτίση· και εάν δεν σχετίζεται με άλλον τρόπο προς τον Υιό και με διαφορετικό προς την κτίση, αλλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο· τότε ο Υιός δεν είναι μόνο ανόμοιος με τον Πατέρα, αλλά και όμοιος με την κτίση. Και πώς δεν είναι αυτό άτοπο; Εάν, όταν αποκαλούν τον Υιό κτίσμα, δεν τον εννοούν ως ένα από τα συνηθισμένα κτίσματα· γιατί, όταν εμείς τον αποκαλούμε γέννημα, τον θεωρούν ως ένα από τα κοινά γεννήματα; Εάν ο Θεός δεν γεννά, για να μην υποστεί ρεύση (αλλοίωση)· τότε ούτε κτίζει, για να μην κοπιάσει· εάν όμως κτίζει απαθώς, πολύ περισσότερο γεννά απαθώς. Εάν το απαύγασμα κάθε φωτός γεννάται μεν από το φως, όχι όμως σε κάποια χρονική στιγμή, αλλά άχρονα και συναΐδια με αυτό (διότι δεν υπάρχει φως χωρίς απαύγασμα)· έτσι και ο Υιός, ως απαύγασμα, δεν θα ξεκινήσει να υπάρχει κάποτε μέσα στον χρόνο, αλλά υπάρχει συναΐδια, εφόσον ο Θεός είναι φως, όπως λέει ο Δαβίδ: «Στο φως σου θα δούμε φως»· και ο Δανιήλ: «Και το φως είναι μαζί Του». Εάν το γέννημα είναι ουσία κατ' αυτούς, όπως είναι και το αγέννητο, και ο Υιός του Θεού είναι γέννημα, άρα και ο Υιός του Θεού είναι ουσία. Εάν ο Θεός γέννησε τον Υιό εκ βουλήσεως και όχι εκ φύσεως, τότε είτε θέλησε μία φορά και στο εξής παρέμεινε άβουλος, είτε θέλησε και πάλι, και άρα γέννησε και πάλι. Εάν όμως η βούλησή Του δεν είναι μία, αλλά μεταβαλλόμενη, δεν είναι πλέον απλός, ούτε δημιουργός του ενός, αλλά πράττει ανάλογα με το τι βούλεται. Εάν ο Θεός δεν γεννά, αυτό συμβαίνει είτε επειδή παντελώς δεν δύναται, είτε επειδή δεν βούλεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες