Ἵνα οὖν μὴ ἔν τινι τρόπῳ μηχανησάμενοι οἱ Χαλδαῖοι ῥήμασιν πλάνης διαψεύσωνται τὸν βασιλέα, κατανυγεὶς Ναβουχοδονόσορ εἶπεν πρὸς αὐτούς· „ἐπ’ ἀληθείας οἶδα <ἐγὼ> ὅτι καιρὸν ὑμεῖς ἐξαγοράζετε, καθότι ἴδετε ὅτι ἀπέστη ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ῥῆμα· ἐὰν οὖν τὸ ἐνύπνιον μὴ ἀπαγγείλητέ μοι, οἶδα ὅτι ῥῆμα ψευδὲς καὶ διεστραμμένον συνέθεσθε εἰπεῖν ἐνώπιόν μου, ἕως οὗ <ὁ> καιρὸς παρέλθοι“. „ἀπεκρίθησαν οἱ Χαλδαῖοι τῷ βασιλεῖ λέγον<τες> ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς ὅστις δυνήσεται τὸ ῥ<ῆ>μα τοῦ βασιλέως γνωρί<σαι, καθ>ότι πᾶς βασιλεὺς μέγας καὶ <ἄρ>χων ῥῆμα <τοιοῦτο> οὐκ ἐπερωτᾷ <ἐπαοι>δὸν μάγον φάρμακον ἢ Χαλδαῖον, ὅτι ὁ λόγος ὃν ὁ <βασι>λεὺς ἐπερωτᾷ <βα>ρ<ύς>, καὶ ἕτερος οὐκ ἔστ<ιν, ὃς> ἀναγγελεῖ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ βασιλέω<ς, ἀλλ’ ἢ> οἱ θεοί, ὧν οὐκ ἔστιν ἡ κα<τοι>κία μετὰ πάσης σαρκός“. τούτων εἰρημένων θυμωθεὶς „ὁ βασιλεὺς“ ἐκέλευσεν ἀποκτανθῆναι „πάντας τοῦς σοφοὺς Βαβυλῶνος. καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθεν καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο“.
Μετάφραση
Για να μην μπορέσουν, λοιπόν, με κανέναν τρόπο να μηχανευτούν οι Χαλδαίοι και να εξαπατήσουν τον βασιλιά με απατηλά λόγια, ο Ναβουχοδονόσορ, συντετριμμένος, τους είπε: «Γνωρίζω στα αλήθεια ότι εσείς προσπαθείτε να κερδίσετε χρόνο, επειδή είδατε ότι το πράγμα έχει φύγει από το μυαλό μου. Αν, λοιπόν, δεν μου φανερώσετε το όνειρο, ξέρω ότι έχετε συμφωνήσει να πείτε μπροστά μου λόγια ψεύτικα και διεστραμμένα, μέχρι να περάσει ο καιρός». Οι Χαλδαίοι αποκρίθηκαν στον βασιλιά λέγοντας ότι δεν υπάρχει άνθρωπος πάνω στη γη ο οποίος να μπορέσει να κάνει γνωστό το πράγμα που ζητά ο βασιλιάς, διότι κανένας μέγας βασιλιάς και άρχοντας δεν ρωτά κάτι τέτοιο από κανέναν επαωδό, μάγο, φαρμακό ή Χαλδαίο, επειδή ο λόγος που ρωτά ο βασιλιάς είναι βαρύς, και δεν υπάρχει άλλος που να τον αναγγείλει ενώπιον του βασιλιά, παρά μόνο οι θεοί, των οποίων η κατοικία δεν είναι μαζί με κάθε σάρκα. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ο βασιλιάς οργίστηκε και διέταξε να θανατωθούν όλοι οι σοφοί της Βαβυλώνας. Και βγήκε το διάταγμα και οι σοφοί φονεύονταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες