τότε <οὖν> πάντων ἀνθρώπων ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνελθόντων καὶ τῶν ὀργάνων ὁμοῦ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἠχησάντων „πίπτοντες λαοί, φυλαί, γλῶσσαι προσεκύνουν τῇ εἰκόνι“, τινὲς μὲν αὐτῶν τὸν βασιλέα φοβούμενοι, οἱ δὲ πάντες εἰδωλολάτραι γινόμενοι, ὑπήκουον τῷ ῥήματι τῷ ὑπὸ τοῦ βασιλέως προστεταγμένῳ. „Τότε“ δὲ προσῆλθον τινὲς τῶν Χαλδαίων „καὶ διέβαλλον τοὺς Ἰουδαίους τῷ βασιλεῖ“· „σὺ βασιλεῦ ἔθηκας δόγμα, πάντα ἄνθρωπον ὃς ἂν ἀκούσῃ τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν, καὶ μὴ πεσὼν προσκυνήσῃ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἐμβληθῆναι αὐτὸν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. εἰσὶν δὲ ἄνδρες Ἰουδαῖοι, οὓς κατέστησας ἐπὶ τὰ ἔργ<α τῆς> χ<ώρας> Βαβυλῶν<ος, Σ>ε<δράκ, Μισάκ,> Ἀβδενα<γώ, οἳ οὐχ> ὑπήκ<ου>σαν, βασιλ<εῦ, τῷ> δόγματί σου, <τοῖς θεοῖς> σου οὐ λατρ<εύου>σιν καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ <ᾗ ἔστ>ησας οὐ προσκυνοῦσιν. τότε ἀκούσας ὁ βασιλεὺς ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ εἶπεν ἀχθῆναι αὐτούς, καὶ ἀποκριθεὶς ἔφη· εἰ ἀληθῶς, Σεδράκ, Μισὰκ καὶ Ἀβδεναγώ, τοῖς θεοῖς μου οὐ λατρεύετε καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ ᾗ ἔστησα οὐ προσκυνεῖτε;
Μετάφραση
Τότε λοιπόν, όταν όλοι οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο ίδιο μέρος και τα όργανα ήχησαν όλα μαζί, «λαοί, φυλές και γλώσσες έπεφταν και προσκυνούσαν την εικόνα», μερικοί μεν από αυτούς επειδή φοβούνταν τον βασιλιά, και όλοι τους γινόμενοι ειδωλολάτρες, υπάκουαν στην προσταγή που είχε δοθεί από τον βασιλιά. «Τότε» πλησίασαν μερικοί από τους Χαλδαίους «και διέβαλαν τους Ιουδαίους στον βασιλιά»: «Εσύ, βασιλιά, εξέδωσες διάταγμα, κάθε άνθρωπος που θα ακούσει τον ήχο της σάλπιγγας, της σύριγγας και της κιθάρας, της σαμβύκης και του ψαλτηρίου και της συμφωνίας και κάθε είδους μουσικής, και δεν πέσει να προσκυνήσει τη χρυσή εικόνα, να ριχτεί στο καμίνι της φωτιάς που καίει. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι Ιουδαίοι άνδρες, τους οποίους διόρισες στα έργα της χώρας της Βαβυλώνας, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ, οι οποίοι δεν υπάκουσαν, βασιλιά, στο διάταγμά σου, δεν λατρεύουν τους θεούς σου και δεν προσκυνούν τη χρυσή εικόνα που έστησες». Τότε, ακούγοντάς το ο βασιλιάς, γεμάτος θυμό και οργή, διέταξε να τους φέρουν μπροστά του, και παίρνοντας τον λόγο είπε: «Είναι αλήθεια, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, ότι δεν λατρεύετε τους θεούς μου και δεν προσκυνείτε τη χρυσή εικόνα που έστησα;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες