Οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ θεοῦ. Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν.〉 Ἐπεὶ οὖν ἅπαξ εἶπεν ἄθεον δόγμα, οὐκέτι τολμᾷ εἰπεῖν. Οἶδε γὰρ τί ἔπαθεν. Οὐ λέγει ἄφρων, ἀλλ᾽ 〈Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι θεός.〉 Οὐκέτι γὰρ τοῦτο λέγει ἀμέσως καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾽ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ εἶπεν, ἐν παντὶ τῷ ὁμόφρονι αὐτοῦ καὶ ὁμοτρόπῳ καὶ ἀσεβεῖ. Εἶπεν ἐν τῷ Φαραώ· 〈Οὐκ οἶδα τὸν κύριον,〉 καὶ βυθὸν αὐτῷ θαλάσσης τάφον προεξένησεν. Εἶπε διὰ τοῦ Σεναχηρεὶμ τοῦ Ἀσσυρίου ὅτι τὸν Ἐζεκίαν ὁ θεὸς οὐ δύναται ῥύσασθαι ἐκ τῶν χειρῶν μου, καὶ ταῖς χερσὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ σφαγῆναι αὐτὸν ἐποίησεν. Εἶπε διὰ τοῦ Ναβουχοδονόσορ· 〈Τίς ἐστι θεὸς ὃς ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ χειρός μου;〉 Τοῖς παισὶ καὶ ὁ θεοῦ ἰσχυρότερος πάντων ἀνθρώπων ὤφθη ἀτιμότερος, χόρτον ὡς βοῦς ψωμιζόμενος, ἵνα μάθῃ ὅτι 〈ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον·〉 αὐτὸς δὲ αὐτὸν ἠρνήσατο. Τὸν ἀρνησίθεον Ἰούδαν ἀγχόνῃ ἀπώλεσεν, ὅτι τὸν θεὸν αὐτοῦ ὡς ἄνθρωπον παραδοῦναι ἐποίησε· 〈Τοῦ διαβόλου,〉 φησίν, 〈ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα ἵνα αὐτὸν παραδῷ. Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι θεός.〉 Εἰ γὰρ θεὸν αὐτὸν τότε ἔλεγεν, οὐκ ἂν εἰς θάνατον παρέδωκε.
Μετάφραση
«Σε ξέρω ποιος είσαι, ο Άγιος του Θεού. Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Ύψιστου Θεού.» Επειδή, λοιπόν, εξέφρασε μία φορά άθεο δόγμα, δεν τολμά πλέον να το πει. Διότι γνωρίζει τι έπαθε. Δεν λέει ο άφρων, αλλά: «Είπε ο άφρων στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός». Διότι δεν το λέει πλέον αυτό άμεσα και από μόνος του, αλλά το είπε στην καρδιά του, δηλαδή σε καθέναν που έχει το ίδιο φρόνημα, τον ίδιο τρόπο ζωής και είναι ασεβής. Το είπε στο πρόσωπο του Φαραώ: «Δεν γνωρίζω τον Κύριο», και του προξένησε για τάφο τον βυθό της θάλασσας. Το είπε μέσω του Σενναχηρείμ του Ασσυρίου, ότι τον Εζεκία ο Θεός δεν μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια του, και τον έκανε να σφαγιαστεί από τα ίδια τα χέρια των γιων του. Το είπε μέσω του Ναβουχοδονόσορα: «Ποιος είναι ο θεός που θα σας γλιτώσει από τα χέρια μου;» Στους Παίδες και αυτός που φαινόταν ισχυρότερος από όλους τους ανθρώπους αποδείχθηκε ο πιο ατιμασμένος, τρώγοντας χόρτο σαν το βόδι, για να μάθει ότι «το βόδι γνώρισε τον κύριό του»· αυτός όμως τον αρνήθηκε. Τον αρνησίθεο Ιούδα τον κατέστρεψε με την αγχόνη, επειδή τον έκανε να παραδώσει τον Θεό του σαν απλό άνθρωπο· «Εφόσον ο διάβολος», λέει, «είχε ήδη βάλει στην καρδιά του Ιούδα να τον παραδώσει. Είπε ο άφρων στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός». Διότι, αν τότε τον ονόμαζε Θεό, δεν θα τον είχε παραδώσει σε θάνατο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες