Οὕτως οὖν καὶ <τότε> οἱ τρεῖς παῖδες ἐν Βα<βυ>λῶνι μαθηταὶ τῆς πίσ<τεως ὄντες> „ἀπεκρίθησαν τῷ βασιλεῖ λέγοντες· οὐ χρείαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τοῦ ῥήματος τούτου ἀποκριθῆναί σοι“. ὁ δὲ Δανιὴλ ἀκούσας τῶν ῥημάτων τούτων ἐπῄνεσεν. οἱ δὲ πάλιν· „ἔστιν θεός, ᾧ ἡμεῖς λατρεύομεν, δυνατὸς ἐξελέσθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης καὶ ἐκ τῶν χειρῶν σου, βασιλεῦ, ῥύσεται ἡμᾶς“. ὁ δὲ μακάριος Δανιήλ, ἅτε προφήτης ὑπάρχων καὶ προβλέπων τὸ μέλλον, ἐπένευσεν ὡς ἀληθῶς ἔσται τοῦτο τὸ ὑπ’ αὐτῶν λελαλημένον, καὶ <οἱ παῖδες>, ἵνα ἐνδείξωνται τῷ βασιλεῖ τὸ τῆς πίστεως αὐτῶν ἀνυπέρβλητον, προσέθηκαν λέγοντες· „καὶ ἐὰν μή, γνωστὸν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ ᾗ ἔστησας οὐ προσκυνοῦμεν“. ὧν πάλιν ἀκούσας ὁ μακάριος Δανιὴλ τὴν τρίτην φωνήν, θαυμάσας τούτους ὡς καλοὺς ἀθλητὰς τῇ πίστει ἐστεφάνωσεν.
Μετάφραση
Έτσι λοιπόν και τότε, οι τρεις παίδες στη Βαβυλώνα, όντας μαθητές της πίστεως, «αποκρίθηκαν στον βασιλιά λέγοντας: Δεν έχουμε εμείς ανάγκη να σου αποκριθούμε για τον λόγο αυτό». Ο δε Δανιήλ, ακούγοντας τα λόγια αυτά, τους επαίνεσε. Και εκείνοι πάλι είπαν: «Υπάρχει Θεός, τον οποίο εμείς λατρεύουμε, ο οποίος είναι δυνατός να μας ελευθερώσει από το καμίνι της φλεγόμενης φωτιάς και θα μας γλιτώσει, βασιλιά, από τα χέρια σου». Ο δε μακάριος Δανιήλ, επειδή ήταν προφήτης και προέβλεπε το μέλλον, επιδοκίμασε ότι πράγματι θα γίνει αυτό που ειπώθηκε από αυτούς, και οι παίδες, για να αποδείξουν στον βασιλιά το ανυπέρβλητο της πίστης τους, πρόσθεσαν λέγοντας: «Ακόμη όμως και αν όχι, ας γίνει γνωστό σε εσένα, βασιλιά, ότι τους θεούς σου δεν τους λατρεύουμε και τη χρυσή εικόνα που έστησες δεν την προσκυνούμε». Ακούγοντας πάλι αυτά, την τρίτη φωνή, ο μακάριος Δανιήλ τους θαύμασε ως καλούς αθλητές και τους στεφάνωσε για την πίστη τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες