πᾶσαν γὰρ τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δόξαν ἀνήνεγκαν τῷ θεῷ πιστεύοντες, ὅτι „δυνατὸς“ ἔστιν „<ἐξελέσ>θαι ἡμᾶς“· „ἐὰν“ δὲ „μὴ“ θελήσῃ, ἡμεῖς μᾶλλον ἡδέως ἀποθνήσκομεν, ἢ ποιοῦμεν τὰ ὑπό σου προστεταγμένα. „Τότε Ναβουχοδονόσορ ἐπλήσθη θυμοῦ καὶ ἡ ὄψις τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἐπὶ Σεδράκ, Μισὰκ καὶ Ἀβδεναγώ, καὶ εἶπεν· ἐκκαύσατε τὴν κάμινον ἑπταπλασίως, ἕως οὗ εἰς τέλος ἐκκαῇ. καὶ ἄνδρας ἰσχυροὺς ἐν ἰσχύϊ εἶπεν πεδήσαντας“ αὐτοὺς „ἐμβαλεῖν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς <τὴν καιομένην. τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἐπεδήθησαν σὺν τοῖς ἐνδύμασιν καὶ τοῖς σαραβάροις αὐτῶν ... καὶ ἐβλήθησαν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην“> κατὰ „τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως.“ ὑπερίσχυον μὲν οὖν γε, εἰ δεῖ τὰ ἀληθῆ λέγειν, <οἱ παῖδες .... Ὅσον γὰρ τὸ ῥῆμα τῶν παίδων ὑπερίσχυε, τοσοῦτον ἐθυμοῦτο ὁ βασιλεύς· „καὶ εἶπεν· τὴν κάμινον> ἐκκαύσατε ἑπταπλασίως“, πάντως ὡς ἤδη ὑπ’ αὐτῶν ἡττώμενος. ἐν μὲν γὰρ τοῖς ἐπιγείοις ὑπερίσχυσεν ὁ βασιλεύς, ἐν δὲ τῇ πίστει τῇ πρὸς τὸν θεὸν ὑπερίσχυσαν οἱ τρεῖς παῖδες. —ἀλλ’ ἐρεῖ τις· οὐκ ἠδύνατο οὖν Δανιὴλ φίλος ὢν τοῦ βασιλέως παρακαλέσαι ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἐξαιτήσασθαι τοῦς τρεῖς παῖδας; ἠδύνατο, ἀλλ’ ἵνα τὰ μεγάλα τοῦ θεοῦ δειχθῇ ἔργα καὶ μάθωσιν Βαβυλώνιοι τὸν θεὸν φοβεῖσθαι, διὰ τοῦτο ἡσύχαζεν, ἵνα καὶ ἡ τούτων πίστις δειχθῇ καὶ ὁ θεὸς ἐν αὐτοῖς δοξασθῇ.
Μετάφραση
Διότι απέδωσαν όλη την εξουσία και τη δόξα στον Θεό, πιστεύοντας ότι «είναι δυνατός να μας ελευθερώσει». «Και αν» πάλι «δεν» το θελήσει, εμείς προτιμούμε με χαρά να πεθάνουμε, παρά να πράξουμε τα όσα εσύ έχεις προστάξει. «Τότε ο Ναβουχοδονόσορ γέμισε από οργή και η όψη του προσώπου του αλλοιώθηκε εναντίον του Σεδράχ, του Μισάχ και του Αβδεναγώ, και είπε: ανάψτε το καμίνι επτά φορές περισσότερο, μέχρι να καεί εντελώς. Και διέταξε άνδρες ισχυρούς στη δύναμη, αφού τους δέσουν, να τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς που καιγόταν. Τότε οι άνδρες εκείνοι δέθηκαν μαζί με τα ενδύματα και τις περισκελίδες τους... και ρίχτηκαν στο καμίνι της φωτιάς που καιγόταν» σύμφωνα με «τον λόγο του βασιλιά». Υπερίσχυαν, λοιπόν, αν πρέπει να λέμε την αλήθεια, οι παίδες... Διότι, όσο υπερίσχυε ο λόγος των παίδων, τόσο οργιζόταν ο βασιλιάς. «Και είπε: το καμίνι ανάψτε το επτά φορές περισσότερο», προφανώς επειδή ήδη νικιόταν από αυτούς. Διότι στα επίγεια πράγματα υπερίσχυσε ο βασιλιάς, αλλά στην πίστη προς τον Θεό υπερίσχυσαν οι τρεις παίδες. —Αλλά θα πει κάποιος: δεν μπορούσε, λοιπόν, ο Δανιήλ, όντας φίλος του βασιλιά, να παρακαλέσει για αυτούς και να ζητήσει την απελευθέρωση των τριών παίδων; Μπορούσε, αλλά για να φανερωθούν τα μεγάλα έργα του Θεού και να μάθουν οι Βαβυλώνιοι να φοβούνται τον Θεό, για τον λόγο αυτόν σιωπούσε, ώστε και η πίστη αυτών να φανερωθεί και ο Θεός να δοξαστεί μέσω αυτών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες