Τούτων τοίνυν γεγενημένων φησὶν ἡ γραφή· „καὶ οἱ ἄνδρες οἱ τρεῖς οὗτοι Σεδράκ, Μισὰκ καὶ Ἀβδεναγὼ ἐπέπεσον εἰς μέσον τῆς καμίνου πεπεδημένοι καὶ περιεπάτουν ἐν μέσῳ τῆς φλογός, ὑμνοῦντες τὸν θεὸν καὶ εὐλογοῦντες τὸν κύριον“. τὰ μὲν οὖν δεσμὰ ἃ περιέθηκεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς, ταῦτα εὐθέως τὸ πῦρ κατεδαπάνησεν, τῶν δὲ ἱματίων αὐτῶν καὶ τῶν σαραβάρων „οὐχ ἥψατο“, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ τὸ μεγαλεῖον τοῦ θεοῦ ἔργον δειχθῇ. ἐπειδὴ γὰρ τὰ ἱμάτια περὶ τὰ σώματα τῶν παίδων ἦν περικείμενα, καὶ ταῦτα σὺν αὐτοῖς ἡγιάσθη καὶ ὑπὸ τοῦ πυρὸς οὐκ ἐφθάρη, ἀλλὰ τῇ τούτων μαρτυρίᾳ σὺν <αὐτοῖς ἐτιμήθη>. —λεγέτωσάν μοι <οἱ> αἱρεσιάρχαι <οἱ> τ<ὴν> ἑαυτῶν ἀνάστασιν ἀρνούμενοι, πῶς λέγουσιν σαρκὸς ἀνάστασιν μὴ εἶναι, ὁπότε φθαρτὰ ἱμάτια καὶ ὑποδήματα ἐκ νεκρῶν ζώων γεγονότα ὑπὸ τοῦ πυρὸς οὐ διεφθάρη διὰ τὸ περὶ σῶμα ἅγιον περικεῖσθαι; πῶς οὐχὶ καὶ σὰρξ φθαρτὴ ὑπάρχουσα περὶ ψυχὴν ἁγίαν περικειμένη καὶ αὐτὴ σὺν αὐτῇ ἁγιασθήσεται καὶ εἰς ἀφθαρσίαν μετατεθήσεται; εἰ γὰρ τὰ φύσει φθαρτὰ ὄντα φθορὰν οὐκ ἐδέξαντο, πῶς τὸ μὴ γενάμενον φύσει φθαρτόν, ἀλλὰ διὰ τῆς παρακοῆς νεκρωθέν, πάλιν ζωοποιηθὲν δυνάμει θεοῦ <οὐκ> ἀναστήσεται; ὥστε κατὰ πάντα τρόπον πείθει ἡμᾶς ἡ γραφὴ πιστεύειν ἐξ ὅλης καρδίας θεῷ, ὃν τρόπον κἀκεῖνοι πιστεύσαντες ἐκ καμίνου πυρὸς ὁλόκληροι σὺν ἐσθῆτι καὶ σαραβάροις διεσώθησαν.
Μετάφραση
Αφού, λοιπόν, έγιναν αυτά, λέει η Γραφή: «και οι τρεις αυτοί άνδρες, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ, έπεσαν στο μέσο της καμίνου δεμένοι και περιπατούσαν στο μέσο της φλόγας, υμνώντας τον Θεό και ευλογώντας τον Κύριο». Τα δεσμά, λοιπόν, που τους έβαλε ο βασιλιάς, αυτά αμέσως τα κατέκαψε η φωτιά, τα δε ιμάτιά τους και τα σαράβαρά τους «δεν τα άγγιξε», ώστε και σε αυτό να δειχθεί το μεγαλειώδες έργο του Θεού. Επειδή, δηλαδή, τα ιμάτια περιέβαλλαν τα σώματα των παίδων, αγιάστηκαν και αυτά μαζί τους και δεν καταστράφηκαν από τη φωτιά, αλλά με τη μαρτυρία τους τιμήθηκαν μαζί με αυτούς. Ας μου πουν, λοιπόν, οι αιρεσιάρχες που αρνούνται τη δική τους ανάσταση, πώς λένε ότι δεν υπάρχει ανάσταση της σάρκας, όταν φθαρτά ιμάτια και υποδήματα που προέρχονταν από νεκρά ζώα δεν καταστράφηκαν από τη φωτιά επειδή περιέβαλλαν άγιο σώμα; Πώς δεν θα αγιαστεί μαζί της και δεν θα μετατεθεί στην αφθαρσία και η σάρκα, η οποία, αν και είναι φθαρτή, περιβάλλει μια άγια ψυχή; Εάν, δηλαδή, αυτά που ήταν από τη φύση τους φθαρτά δεν υπέστησαν φθορά, πώς εκείνο που δεν πλάστηκε εκ φύσεως φθαρτό, αλλά νεκρώθηκε εξαιτίας της παρακοής, αφού ζωοποιηθεί και πάλι με τη δύναμη του Θεού, δεν θα αναστηθεί; Ώστε με κάθε τρόπο μας πείθει η Γραφή να πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά στον Θεό, με τον ίδιο τρόπο που και εκείνοι, έχοντας πιστέψει, διασώθηκαν από την κάμινο του πυρός σώοι, μαζί με τα ρούχα και τα σαράβαρά τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες