Ὁμοίως οὖν καὶ <τῷ> Ναβουχοδονόσορ συνέβη· „ὀκτωκαιδεκάτου“ μέντοι γὰρ „ἔτους“ ἀρχομένου „ἔστησεν“ τὴν „εἰκόνα“, καθὼς ἐν τῇ πρὸ ταύτης βίβλῳ εἴρηται καὶ τὰ μέτρα ταύτης ἀποδέδεικται· πληρωθέντος δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ „μετὰ δωδεκάμηνον“ ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐ<τοῦ ἡ> βασιλεία, ἵνα τὸ ἐνύπνιον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἑωραμένον πληρωθῇ καὶ ὁ ἑτέρους αἰχμαλωτεύσας αὐτὸς ἐν τοῖς ὄρεσιν φυγὰς γένηται καὶ ὁ ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς Ἑβραίους κολάσας καὶ αὐτὸς ἐν γῇ ἐρήμῳ ἀξίως κολασθήσεται· καθὰ ἡ γραφὴ ὑφηγεῖται λέγουσα· „τότε Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ, ἀπηνεώθη ὡσεὶ ὥραν μίαν, καὶ οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ συνετάρασσον αὐτόν. καὶ ἀπεκρίθη Βαλτάσαρ καὶ εἶπεν· κύριε, ἔστω τὸ ἐνύπνιον τοῖς μισοῦσίν σε καὶ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ τοῖς ἐχθροῖς σου. τὸ δένδρον ὃ εἶδες τὸ μεγαλυνθὲν καὶ ἰσχυκός, οὗ τὸ ὕψος ἔφθασεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ κύτος αὐτοῦ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν καὶ τὰ φύλλα αὐτοῦ εὐθαλῆ καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ πολὺς καὶ τροφὴ πᾶσιν ἦν ἐν αὐτῷ, ὑποκάτω αὐτοῦ κατῴκουν τὰ θηρία τὰ ἄγρια καὶ ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ κατεσκήνουν τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ—σὺ εἶ, βασιλεῦ, ὅτι ἐμεγαλύνθης καὶ ἴσχυσας, καὶ ἡ μεγαλωσύνη σου ἐμεγαλύνθη καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἡ κυρεία σου εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς.
Μετάφραση
Παρομοίως λοιπόν συνέβη και στον Ναβουχοδονόσορα· διότι καθώς άρχιζε το «δέκατο όγδοο έτος», «έστησε» την «εικόνα», όπως έχει ειπωθεί στο προηγούμενο βιβλίο και έχουν υποδειχθεί τα μέτρα της. Αφού όμως συμπληρώθηκε ο χρόνος, «μετά από δώδεκα μήνες» του αφαιρέθηκε η βασιλεία, για να εκπληρωθεί το όνειρο που είχε δει, και αυτός που αιχμαλώτισε άλλους να γίνει ο ίδιος φυγάς στα βουνά, και αυτός που τιμώρησε τους Εβραίους σε ξένη γη να τιμωρηθεί και ο ίδιος επάξια σε έρημη γη. Όπως διηγείται η Γραφή λέγοντας: «Τότε ο Δανιήλ, του οποίου το όνομα ήταν Βαλτάσαρ, έμεινε άφωνος για περίπου μία ώρα, και οι λογισμοί του τον τάραζαν. Και αποκρίθηκε ο Βαλτάσαρ και είπε: Κύριε, ας είναι το όνειρο για αυτούς που σε μισούν και η ερμηνεία του για τους εχθρούς σου. Το δέντρο που είδες να μεγαλώνει και να δυναμώνει, του οποίου το ύψος έφτασε στον ουρανό και το περίγραμμά του σε όλη τη γη, και τα φύλλα του ήταν θαλερά και ο καρπός του πολύς, και υπήρχε σε αυτό τροφή για όλους, κάτω από το οποίο κατοικούσαν τα άγρια θηρία και στα κλαδιά του κατασκήνωναν τα πουλιά του ουρανού — εσύ είσαι, βασιλιά, διότι μεγάλωσες και δυνάμωσες, και η μεγαλοσύνη σου μεγάλωσε και έφτασε μέχρι τον ουρανό, και η κυριαρχία σου στα πέρατα της γης».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες