Φιλανθρώπους τε αὐτοὺς εἶναι ἠξίου, καὶ φροντίζειν τοῦ δικαίου καὶ τῶν πτωχῶν. Κἀκεῖνοι δεχόμενοι ἔχαιρον. Οὕτω παρὰ πᾶσιν ἦν προσφιλὴς, καὶ πάντες ἔχειν αὐτὸν ἠξίουν πατέρα. Τοιοῦτος δὴ οὖν γινωσκόμενος, καὶ οὕτω πρὸς τοὺς ἀπαντῶντας ἀποκρινόμενος, ὑπέστρεφε πάλιν εἰς τὸ ἔνδον ὄρος. Καὶ τῆς μὲν συνήθους ἀσκήσεως εἴχετο· πολλάκις δὲ μετὰ τῶν εἰσερχομένων πρὸς αὐτὸν καθεζόμενος, καὶ περιπατῶν, ἀπηνεοῦτο, ὡς ἐν τῷ Δανιὴλ γέγραπται. Καὶ αὐτὸς μὲν μεθ᾽ ὥρας ὡμίλει τὰ ἀκόλουθα τοῖς συνοῦσιν ἀδελφοῖς αὐτῷ· οἱ δὲ συνόντες ᾐσθάνοντό τινα θεωρίαν αὐτὸν βλέπειν. Καὶ γὰρ καὶ τὰ ἐν Αἰγύπτῳ γινόμενα πολλάκις, ἐν τῷ ὄρει τυγχάνων ἔβλεπε καὶ διηγήσατο Σαραπίωνι τῷ ἐπισκόπῳ, ἔνδον ὄντι καὶ βλέποντι τὸν Ἀντώνιον ἀσχοληθέντα τῇ ὀπτασίᾳ. Ποτὲ γοῦν καθεζόμενος καὶ ἐργαζόμενος, ὥσπερ ἐν ἐκστάσει γέγονε, καὶ πολὺς ἦν ἐν τῇ θεωρίᾳ στενάζων. Εἶτα μεθ᾽ ὥραν στραφεὶς πρὸς τοὺς συνόντας, ἐστέναζε, καὶ ἔντρομος γενόμενος, ηὔχετο, καὶ κάμπτων τὰ γόνατα, διέμενεν ἐπὶ πολύ. Καὶ ἀναστὰς ἔκλαιεν ὁ γέρων. Ἔντρομοι τοίνυν γενόμενοι οἱ συνόντες, καὶ πάνυ φοβηθέντες, ἠξίουν μαθεῖν παρ᾽ αὐτοῦ· καὶ πολὺ διώχλησαν ἕως βιασθεὶς εἴπῃ. Ὁ δὲ καὶ οὕτω μέγα στενάξας· Ὦ τέκνα, βέλτιον, ἔλεγεν, ἀποθανεῖν, πρὸ τοῦ γενέσθαι τὰ τῆς θεωρίας.
Μετάφραση
Τους προέτρεπε να είναι φιλάνθρωποι και να φροντίζουν για το δίκαιο και για τους πτωχούς. Και εκείνοι, αποδεχόμενοι τα λόγια του, χαίρονταν. Έτσι ήταν προσφιλής σε όλους, και όλοι επιθυμούσαν να τον έχουν πατέρα. Όντας λοιπόν γνωστός ως τέτοιος, και αποκρινόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο σε όσους τον συναντούσαν, επέστρεφε πάλι στο εσωτερικό του όρους. Και συνέχιζε τη συνήθη άσκησή του· πολλές φορές όμως, ενώ καθόταν και περπατούσε μαζί με όσους έρχονταν προς αυτόν, έμενε άφωνος, όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο του Δανιήλ. Και ο ίδιος, μετά από ώρα, έλεγε τα επόμενα στους αδελφούς που ήταν μαζί του· ενώ οι παρευρισκόμενοι αντιλαμβάνονταν ότι έβλεπε κάποια θεωρία. Διότι πολλές φορές, ενώ βρισκόταν στο όρος, έβλεπε και τα όσα συνέβαιναν στην Αίγυπτο, και τα διηγήθηκε στον επίσκοπο Σαραπίωνα, ο οποίος βρισκόταν μαζί του στο εσωτερικό του όρους και έβλεπε τον Αντώνιο να είναι απορροφημένος στην οπτασία. Κάποτε, λοιπόν, ενώ καθόταν και εργαζόταν, περιήλθε σαν σε έκσταση, και στέναζε πολύ βρισκόμενος εντός της θεωρίας. Έπειτα, μετά από ώρα, στράφηκε προς όσους ήταν μαζί του, αναστέναξε, και κυριευμένος από τρόμο, προσευχόταν, και κάμπτοντας τα γόνατα παρέμεινε έτσι για πολύ. Και όταν σηκώθηκε, ο γέροντας έκλαιγε. Έντρομοι, λοιπόν, όσοι βρίσκονταν μαζί του, και έχοντας φοβηθεί υπερβολικά, τον παρακαλούσαν να τους τα εξηγήσει· και τον πίεσαν πολύ, μέχρι που αναγκάστηκε να μιλήσει. Και εκείνος, αναστενάζοντας βαθιά, έλεγε: «Τέκνα μου, είναι προτιμότερο να πεθάνει κανείς, προτού συμβούν τα όσα είδα στη θεωρία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες