Χόρτον ἤσθιε ὡς βοῦς· κτηνώδης γὰρ ἦν, οὐκ εἰδὼς τὸν δεδωκότα τὴν βασιλείαν. Ἐβάφη αὐτοῦ τὸ σῶμα ἀπὸ τῆς δρόσου· ἐπειδὴ μετὰ τὸ γενέσθαι τὸ μέσον τῆς καμίνου τοῖς περὶ τὸν Ἀνανίαν ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον, ἰδὼν οὐκ ἐπίστευσεν. Ἀλλ᾽ ὕστερον μετανοεῖ σωφρονισθεὶς, ὥς φησιν αὐτός· Ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέλαβον, καὶ τὸν Ὕψιστον ηὐλόγησα, καὶ τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας ᾔνεσα. Καὶ ἐπειδὴ πολυετῶς μαστιγωθεὶς ἦν, ᾔνεσεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῷ ζῶντι, καὶ ὡμολόγησεν τὸν τὴν βασιλείαν δεδωκότα, καὶ ἐπέγνω τὸν βασιλέα τῶν βασιλευόντων.
Μετάφραση
Έτρωγε χόρτο σαν το βόδι· διότι ήταν κτηνώδης, μη γνωρίζοντας αυτόν που του είχε δώσει τη βασιλεία. Το σώμα του βράχηκε από τη δροσιά· επειδή, αφού το μέσο της καμίνου έγινε για τον Ανανία και τους συντρόφους του σαν άνεμος δροσιάς που συρίζει, αν και το είδε δεν πίστεψε. Αλλά αργότερα μετανοεί, έχοντας συνετιστεί, όπως λέει ο ίδιος: Εγώ, ο Ναβουχοδονόσορ, ύψωσα τα μάτια μου στον ουρανό, και ευλόγησα τον Ύψιστο, και αίνεσα αυτόν που ζει στους αιώνες. Και επειδή είχε μαστιγωθεί για πολλά χρόνια, αίνεσε αυτόν που ζει στους αιώνες, και ομολόγησε αυτόν που του έδωσε τη βασιλεία, και αναγνώρισε τον Βασιλέα των βασιλευόντων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες