Εἶδες τὸ μέγεθος τῶν κακῶν· ἐλθὲ λοιπὸν ἐπὶ τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν. Ἐπεθηριώθη, ἐν τῇ ἐρήμῳ διέτριβεν, ἐμαστιγοῦτο ἵνα σωθῇ· εἶχεν ὄνυχας ὡς λέων· ἁρπακτικὸς γὰρ ἦν τῶν ἁγίων· εἶχε τρίχας λεόντων· λέων γὰρ ἦν ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος· χόρτον ὡς βοῦς ἤσθιε· κτῆνος γὰρ ἦν, οὐκ εἰδὼς τὸν δεδωκότα τὴν βασιλείαν· ἐβάφη τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς δρόσου· ἐπειδὴ προϊδὼν κατασβεσθὲν ὑπὸ τῆς δρόσου τὸ πῦρ, οὐκ ἐπίστευσε. Καὶ τί γίνεται; Μετὰ ταῦτα, φησὶν, ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέλαβον, καὶ τὸν ὕψιστον ηὐλόγησα, καὶ τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας ᾔνεσα καὶ ἐδόξασα. Ὅτι τοίνυν ἐπέγνω τὸν ὕψιστον, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους φωνὰς ἀνέπεμψε τῷ Θεῷ, καὶ ἦλθεν εἰς μεταμέλειαν ὧν διεπράξατο, καὶ ἐπέγνω τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν· τότε ὁ Θεὸς ἀποδίδωσιν αὐτῷ τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας.
Μετάφραση
Είδες το μέγεθος των κακών; Έλα λοιπόν στη φιλανθρωπία του Θεού. Έγινε σαν θηρίο, διέμενε στην έρημο, μαστιγωνόταν για να σωθεί. Είχε νύχια σαν λιοντάρι, διότι ήταν άρπαγας των αγίων. Είχε τρίχωμα λιονταριών, διότι ήταν λιοντάρι που άρπαζε και ωρυόταν. Έτρωγε χόρτο σαν βόδι, διότι ήταν κτήνος, αγνοώντας Εκείνον που του είχε δώσει τη βασιλεία. Βράχηκε το σώμα του από τη δροσιά, επειδή, αν και είχε δει από πριν τη φωτιά να σβήνεται από τη δροσιά, δεν πίστεψε. Και τι συμβαίνει; Μετά από αυτά, λέει, εγώ ο Ναβουχοδονόσορ ύψωσα τα μάτια μου στον ουρανό, και ευλόγησα τον Ύψιστο, και αίνεσα και δόξασα Εκείνον που ζει στους αιώνες. Επειδή, λοιπόν, αναγνώρισε τον Ύψιστο, και ανέπεμψε ευχαριστήριες φωνές στον Θεό, και μετανόησε για όσα είχε διαπράξει, και αναγνώρισε τη δική του αδυναμία, τότε ο Θεός τού αποδίδει την τιμή της βασιλείας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες