Ἀλλ᾽ ὅμως τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν εἰπὼν ἃς ἥμαρτον, καὶ τὴν δίκην ἣν ὑπέμειναν εἰς μέσον ἀγαγὼν, οὐδὲ οὕτως ἐκ τούτων ἀξιοῖ σώζεσθαι. Ὅρα οὖν εὐγνωμοσύνην οἰκέτου. Καὶ γὰρ καὶ οὗτος δεικνὺς, ὅτι οὐδὲν οὐδέπω τῶν ἁμαρτημάτων ἄξιον ὑπέμειναν, οὐδὲ διελύσαντο τὰ πλημμελήματα δι᾽ ὧν ἔπαθον, λοιπὸν ἐπὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς καταφεύγει τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν τῆς φιλανθρωπίας αὐτοῦ τρόπον, καί φησι· Καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὃς ἐξήγαγες τὸν λαόν σου ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ὄνομα ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη· ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν.
Μετάφραση
Αλλά όμως, αφού ανέφερε τις αμαρτίες που διέπραξαν, και αφού παρουσίασε την τιμωρία που υπέμειναν, ούτε και έτσι θεωρεί ότι δικαιούνται να σωθούν εξαιτίας αυτών. Δες, λοιπόν, την ευγνωμοσύνη του δούλου. Διότι και αυτός, αποδεικνύοντας ότι δεν υπέμειναν ακόμη τίποτα αντάξιο των αμαρτημάτων τους, ούτε εξάλειψαν τα σφάλματά τους μέσα από όσα έπαθαν, καταφεύγει πλέον στους οικτιρμούς του Θεού και στον τρόπο της φιλανθρωπίας Του, και λέει: «Και τώρα, Κύριε ο Θεός μας, που έβγαλες τον λαό Σου από τη γη της Αιγύπτου, και έκανες για τον εαυτό Σου όνομα, όπως είναι μέχρι τη σημερινή ημέρα· αμαρτήσαμε, ανομήσαμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες