ἐπεὶ γὰρ εὐξάμενος Δανιὴλ ἐν τοῖς τῆς ἱκεσίας αὐτοῦ ῥήμασι πολλάκις τὸν μὲν λαὸν «θεοῦ λαὸν» ὠνόμασεν, τὸν δὲ τῆς πόλεως τόπον ἅγιον «τοῦ θεοῦ τόπον», ἀντιστρέψας ὁ χρηματίζων οὔτε τὴν πόλιν ἁγίαν τοῦ θεοῦ οὔτε τὸν λαὸν τοῦ θεοῦ εἶναι ὁμολογεῖ, ἀλλὰ «σοῦ», φησίν, τοῦ προσευχομένου καὶ τοιαῦτα περὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τόπου καὶ τῆς πόλεως εἰρηκότος. ἔχουσι δὲ τοῦ Δανιὴλ αἱ φωναὶ οὕτως· «ἀποστραφήτω δὴ ὁ θυμός σου καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τῆς πόλεώς σου Ἱερουσαλήμ, ὄρους ἁγίου σου», καὶ «ὁ λαός σου ἐγένετο εἰς ὀνειδισμὸν ἐν πᾶσι τοῖς περικύκλῳ ἡμῶν», καὶ πάλιν· «ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸ ἁγίασμά σου τὸ ἔρημον», καὶ αὖθις· «ἴδε τὸν ἀφανισμὸν τῆς πόλεώς σου, ἐφ᾽ ἧς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά σου ἐπ᾽ αὐτῆς», καὶ ἑξῆς· «ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπεκλήθη ἐπὶ τὴν πόλιν σου καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου». τοιαῦτα εὐξάμενος ἐπιλέγει· «καὶ ἔτι μου λαλοῦντος καὶ προσευχομένου, ἰδοὺ Γαβριὴλ ὃν εἶδον ἐν τῇ ὁράσει μου πετόμενος, καὶ ἥψατό μου», «καὶ εἶπεν» τὰ ἀναγεγραμμένα. σαφῶς οὖν διὰ τούτων ὁ μὲν προφήτης πόλιν οὐχ ἁπλῶς ἀλλὰ «τοῦ θεοῦ» πόλιν ὠνόμασεν, καὶ τὸ ἁγίασμα τοῦ θεοῦ ἁγίασμα καὶ τὸν λαὸν τοῦ θεοῦ λαόν, διαθέσει τῇ πρὸς τὸν λαόν.
Μετάφραση
Διότι επειδή ο Δανιήλ, ενώ προσευχόταν, στα λόγια της ικεσίας του πολλές φορές ονόμασε τον μεν λαό «λαό του Θεού», τον δε άγιο τόπο της πόλης «τόπο του Θεού», αντιστρέφοντας τα λόγια εκείνος που μετέφερε το θείο μήνυμα, ομολογεί ότι ούτε η άγια πόλη είναι του Θεού ούτε ο λαός είναι του Θεού, αλλά λέει, «δικά σου» είναι, εσένα που προσεύχεσαι και που μίλησες με τέτοιον τρόπο για τον λαό, τον τόπο και την πόλη. Τα λόγια του Δανιήλ έχουν ως εξής: «ας αποστραφεί, λοιπόν, ο θυμός σου και η οργή σου από την πόλη σου την Ιερουσαλήμ, το άγιο όρος σου», και «ο λαός σου έγινε αντικείμενο χλευασμού σε όλους γύρω μας», και πάλι: «ας λάμψει το πρόσωπό σου στο ερημωμένο αγιαστήριό σου», και έπειτα: «δες τον αφανισμό της πόλης σου, πάνω στην οποία έχει επικληθεί το όνομά σου», και στη συνέχεια: «διότι το όνομά σου επικλήθηκε πάνω στην πόλη σου και πάνω στον λαό σου». Αφού προσευχήθηκε με αυτά τα λόγια, προσθέτει: «και ενώ ακόμη εγώ μιλούσα και προσευχόμουν, ιδού ο Γαβριήλ, τον οποίο είδα στο όραμά μου να πετάει, με άγγιξε», «και είπε» όσα έχουν αναγραφεί. Σαφώς, λοιπόν, μέσω αυτών ο μεν προφήτης δεν ονόμασε την πόλη απλώς πόλη, αλλά πόλη «του Θεού», και το αγιαστήριο, αγιαστήριο του Θεού, και τον λαό, λαό του Θεού, λόγω της στοργικής του διάθεσης προς τον λαό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες