Ἤκουσας πῶς καὶ αὕτη δουλεία διηγόρευται, καὶ ὁ προφήτης οὐκ ἐτόλμησε πρὸ τοῦ διωρισμένου χρόνου δέησιν καὶ ἱκετηρίαν προσαγαγεῖν τῷ Θεῷ, ἵνα μὴ μάτην καὶ εἰκῆ προσίῃ, ἵνα μὴ ἀκούσῃ ὅπερ ἤκουσεν ὁ Ἱερεμίας· Μὴ προσεύχου ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ μὴ ἀξίου περὶ αὐτῶν, ὅτι οὐκ εἰσακούσομαί σου. Ἀλλ᾽ ὅτε τὴν ἀπόφασιν εἶδε πληρωθεῖσαν, καὶ τὸν καιρὸν συγκαλοῦντα πρὸς τὴν ἐπάνοδον· τότε προσεύχεται, καὶ οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ᾽ ἐν νηστείᾳ καὶ ἐν σάκκῳ καὶ ἐν σποδῷ. Καὶ ὅπερ ἐπ᾽ ἀνθρώπων συμβαίνειν ἔθος, τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ πεποίηκε. Καὶ γὰρ ἡμεῖς ἐπειδάν τινας ἴδωμεν τοὺς αὑτῶν οἰκέτας μετὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἁμαρτήματα εἰς δεσμωτήριον ἐμβάλλοντας, οὐκ εὐθέως, οὐδὲ ἐν προοιμίοις, οὐδὲ ἐν ἀρχῇ τῆς κολάσεως, τὴν ἱκετηρίαν προσάγομεν· ἀλλ᾽ ἀφέντες ὀλίγας ἡμέρας αὐτοὺς σωφρονισθῆναι, τότε πρόσιμεν τοῖς δεσπόταις, ἔχοντες καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ καιροῦ συμμαχίαν· τοῦτο δὴ καὶ ὁ προφήτης ἐποίησεν. Ἐπειδὴ γὰρ δίκην ἔδωκαν, οὐκ ἀξίαν μὲν τῶν ἁμαρτημάτων, ἔδωκαν δ᾽ οὖν ὅμως, προσέρχεται τῷ Θεῷ λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῶν διαλεξόμενος. Εἰ δὲ βούλεσθε, καὶ τῆς εὐχῆς αὐτῆς ἀκούσωμεν· Ἐξωμολογησάμην γὰρ, φησὶ, καὶ εἶπον· Κύριε ὁ Θεὸς, ὁ μέγας καὶ θαυμαστὸς, ὁ φυλάσσων τὴν διαθήκην σου, καὶ τὸ ἔλεός σου τοῖς ἀγαπῶσί σε, καὶ φυλάττουσι τὰς ἐντολάς σου. Τί ποιεῖς, ὦ Δανιήλ;
Μετάφραση
Άκουσες πώς και αυτή ως δουλεία αναφέρεται, και ο προφήτης δεν τόλμησε, πριν από τον καθορισμένο χρόνο, να απευθύνει δέηση και ικεσία στον Θεό, για να μην προσέλθει μάταια και άσκοπα, ώστε να μην ακούσει ό,τι ακριβώς άκουσε ο Ιερεμίας: «Μην προσεύχεσαι υπέρ του λαού αυτού, και μην παρακαλάς γι' αυτούς, διότι δεν πρόκειται να σε εισακούσω». Αλλά όταν είδε ότι η απόφαση είχε εκπληρωθεί και ότι ο καιρός καλούσε πλέον προς την επάνοδο, τότε προσεύχεται, και όχι απλώς, αλλά με νηστεία, με σάκκο και με στάχτη. Και ό,τι συνηθίζεται να συμβαίνει μεταξύ των ανθρώπων, αυτό έπραξε και ως προς τον Θεό. Διότι και εμείς, όταν δούμε κάποιους να ρίχνουν τους δούλους τους στη φυλακή ύστερα από πολλά και μεγάλα σφάλματα, δεν υποβάλλουμε την ικεσία μας αμέσως, ούτε στα προοίμια, ούτε στην αρχή της τιμωρίας· αλλά, αφού τους αφήσουμε λίγες ημέρες για να συνετιστούν, τότε προσερχόμαστε στους κυρίους τους, έχοντας και την πάροδο του χρόνου ως σύμμαχο. Αυτό ακριβώς έπραξε και ο προφήτης. Επειδή, δηλαδή, τιμωρήθηκαν, όχι βέβαια ανάλογα με τα αμαρτήματά τους, αλλά πάντως υπέστησαν την τιμωρία, προσέρχεται πλέον στον Θεό για να μεσολαβήσει υπέρ αυτών. Εάν δε θέλετε, ας ακούσουμε και την ίδια την προσευχή: «Διότι εξομολογήθηκα», λέει, «και είπα: Κύριε και Θεέ, ο μέγας και θαυμαστός, εσύ που διαφυλάσσεις τη διαθήκη σου και το έλεός σου σε όσους σε αγαπούν και τηρούν τις εντολές σου». Τι κάνεις, ω Δανιήλ;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες