Ἔφη γὰρ ἀναφανδόν· «Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτω καὶ τῷ Υἱῷ δέδωκεν ἔχειν ζωὴν ἐν ἑαυτῷ.» Α. Προστίθει τὸ λεῖπον, ἤγουν ἀδικῶν ἴσθι τοι τὸ ἀληθές. Β. Τὸ τί δή; Α. Τὸ οἷς ἔφης ἀναγκαίως καὶ χρειωδῶς ἐπενηνεγμένον, τουτέστι· «Καὶ ἐξουσίαν δέδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστίν.» Β. Ἔοικας, οἶμαί που, καταδηλοῦν ἐκεῖνο θέλειν ὅτι ζωὴν δέχεται παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱὸς οὐχ ᾗ νοεῖται καὶ ἔστι Θεός, ἀλλ᾽ ᾗ γέγονεν ἄνθρωπος, ὁ φύσει μὲν οὐκ ἔχων τὸ εἶναι ζωή, ζωῆς δὲ μᾶλλον τῆς παρὰ Θεοῦ μέτοχος. Α. Καίτοι τί δήποτε μὴ οὐχὶ μᾶλλον σαυτῷ, ταυτὶ δὲ ἀβούλως ἀνάπτεις ἐμοί; Οὐ γὰρ διεπύθου λέγοντος ὅτι δέδωκεν ὁ Πατὴρ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ καὶ τοῦ κρίνειν τὴν ἐξουσίαν ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστίν; Β. Ἐπυθόμην· τὸ δὲ δὴ δοῦναι νυνὶ κατὰ μόνου τοῦ κρίνειν τετάχθω, φησίν. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ κρίνειν ὁ νόμος ὡς γέρας ἐξαίρετον ἀνετίθει Θεῷ (ἔφη γὰρ ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστιν), δέχεται τὸ Θεοῦ γέρας ὡς ἄνθρωπος. Α. Τὸ δέ γε ζωογονεῖν, ὦ βέλτιστοι, πρέποι ἂν ἑτέρῳ μᾶλλον ἢ Θεῷ; Καίτοι καὶ Παῦλος ἡμῖν ὁ σοφώτατος, Τιμοθέῳ γράφων, «Διαμαρτύρομαι, φησίν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωογονοῦντος τὰ πάντα.» Β. Ναί, πρέποι ἂν καὶ τοῦτο, φησί, τῷ Θεῷ, ἀλλὰ τί μήν; Α. Τὸ δὲ Θεῷ πρέπον, καὶ οὐσιωδῶς ἀνημμένον, ἆρ᾽ οὐχὶ τῇ ἀνθρώπου φύσει δοτόν τε καὶ ἐπακτόν; Β. Καὶ τοῦτο ἀληθές. Α.
Μετάφραση
Διότι είπε ξεκάθαρα: «Όπως ακριβώς ο Πατέρας έχει ζωή στον εαυτό του, έτσι έδωσε και στον Υιό να έχει ζωή στον εαυτό του». Α. Πρόσθεσε αυτό που λείπει, αλλιώς να ξέρεις ότι αδικείς την αλήθεια. Β. Τι δηλαδή; Α. Αυτό που αναγκαία και απαραίτητα ακολουθεί όσα είπες, δηλαδή: «Και του έδωσε εξουσία να κάνει κρίση, επειδή είναι Υιός ανθρώπου». Β. Φαίνεται, νομίζω, πως θέλεις να φανερώσεις το εξής, ότι δηλαδή ο Υιός λαμβάνει ζωή από τον Πατέρα όχι καθόσον νοείται και είναι Θεός, αλλά καθόσον έγινε άνθρωπος, ο οποίος από τη φύση του δεν έχει το να είναι ζωή, αλλά μάλλον είναι μέτοχος της ζωής που προέρχεται από τον Θεό. Α. Κι όμως, γιατί να μην τα αποδώσεις μάλλον στον εαυτό σου αυτά που απερίσκεπτα φορτώνεις σε εμένα; Διότι δεν άκουσες αυτόν που έλεγε ότι ο Πατέρας έδωσε στον Υιό να έχει ζωή στον εαυτό του και την εξουσία να κρίνει, επειδή είναι Υιός ανθρώπου; Β. Το άκουσα· αλλά το να «έδωσε» τώρα, λέει, ας αναφερθεί μόνο στο ότι κρίνει. Διότι, επειδή ο νόμος απέδιδε το να κρίνει ως εξαιρετικό προνόμιο στον Θεό (διότι είπε ότι η κρίση ανήκει στον Θεό), δέχεται το προνόμιο του Θεού ως άνθρωπος. Α. Όσο για το να δίνει ζωή, ω άριστοι, θα ταίριαζε άραγε σε άλλον περισσότερο από ό,τι στον Θεό; Εξάλλου και ο σοφότατος Παύλος, γράφοντας στον Τιμόθεο, μας λέει: «Παραγγέλλω, ενώπιον του Θεού που δίνει ζωή στα πάντα». Β. Ναι, θα ταίριαζε και αυτό στον Θεό, λέει, αλλά λοιπόν; Α. Εκείνο όμως που αρμόζει στον Θεό, και είναι ουσιωδώς ενωμένο με Αυτόν, δεν είναι άραγε δωρισμένο και επίκτητο στην ανθρώπινη φύση; Β. Και αυτό είναι αλήθεια. Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες