δʹ. Τοῦτο Παύλῳ μὲν ἥρμοττεν εἰπεῖν, ἡμεῖς δὲ οὐ τολμῶμεν τοῦτο εἰπεῖν, μυρία συνειδότες ἑαυτοῖς. Διόπερ ἐκείνῳ τῷ διαπαντὸς ἀγρυπνοῦντι καὶ ἐφεστῶτι, τῷ πάντα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν μαθητευομένων ὑπομένοντι, ἥρμοττε λέγειν· ἡμεῖς δὲ τὸ Μωσέως ἐροῦμεν, ὅτι Ὠργίσθη μοι Κύριος δι᾽ ὑμᾶς, ὅτι εἰς πολλὰ ἁμαρτήματα προάγετε καὶ ἡμᾶς. Ὅταν γὰρ ἀθυμῶμεν ὁρῶντες ὑμᾶς οὐ προκόπτοντας, οὐ τὸ πλέον ἡμῖν τῆς ἰσχύος καταπίπτει; Τί γὰρ, εἰπέ μοι, γέγονεν; Ἰδοὺ τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡμεῖς λοιπὸν τριετίαν ἔχομεν, νύκτα μὲν καὶ ἡμέραν οὐ παρακαλοῦντες, διὰ τριῶν δὲ πολλάκις ἡμερῶν ἢ δι᾽ ἑπτὰ τοῦτο ποιοῦντες. Τί γέγονε πλέον; Ἐγκαλοῦμεν, ἐπιτιμῶμεν, δακρύομεν, ὀδυνώμεθα, εἰ καὶ μὴ φανερῶς, ἀλλὰ κατὰ καρδίαν. Ἐκεῖνα δὲ πολὺ τούτων τὰ δάκρυα κουφότερα· ταῦτα μὲν γὰρ φέρει τινὰ τοῖς ἀθυμοῦσι παραμυθίαν, ἐκεῖνα δὲ αὐτὴν ἐπιτείνει καὶ συσφίγγει. Οὕτω καὶ ὅταν ἐν ἀθυμίᾳ τις ᾖ, καὶ μὴ δύνηται ἐξενεγκεῖν τὴν ἀλγηδόνα, ὥστε μὴ δόξαι κενόδοξος εἶναι, μείζονα ἄρα πάσχει, ἢ ἂν ταύτην ἐξήνεγκεν. Εἰ μή μέ τις ἔκρινε φιλοτιμίας περιττῆς, εἶδες ἂν καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν πηγὰς δακρύων ἀφιέντα· ταύτας δέ μοι σύνοιδεν ὁ οἰκίσκος καὶ ἡ ἐρημία. Πιστεύσατε γάρ μοι, τῆς μὲν ἐμαυτοῦ σωτηρίας ἀπέγνων, τὰ δὲ ὑμέτερα θρηνῶν, οὐδὲ σχολὴν ἔχω τὰ ἐμαυτοῦ κακὰ πενθεῖν· οὕτω μοι πάντα ὑμεῖς ἐστε.
Μετάφραση
δ΄. Αυτό βέβαια ταίριαζε στον Παύλο να το πει, εμείς όμως δεν τολμούμε να το πούμε, έχοντας επίγνωση αναρίθμητων δικών μας σφαλμάτων. Γι' αυτό, σε εκείνον που διαρκώς αγρυπνούσε και επέβλεπε, που υπέμενε τα πάντα για τη σωτηρία των μαθητών του, ταίριαζε να το λέει· εμείς όμως θα πούμε τον λόγο του Μωυσή: «Οργίστηκε μαζί μου ο Κύριος εξαιτίας σας», διότι και εμάς μας εξωθείτε σε πολλά αμαρτήματα. Επειδή, όταν απογοητευόμαστε βλέποντάς σας να μην προκόβετε, δεν καταρρέει το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής μας; Διότι, πες μου, τι έχει επιτευχθεί; Ιδού, με τη χάρη του Θεού, συμπληρώνουμε πλέον τρία χρόνια, και παρότι δεν σας παρακαλούμε μέρα και νύχτα, το πράττουμε πολλές φορές κάθε τρεις ή επτά ημέρες. Τι περισσότερο κατορθώθηκε; Εγκαλούμε, επιτιμούμε, δακρύζουμε, οδυνόμαστε, έστω κι αν δεν το κάνουμε φανερά, αλλά μέσα στην καρδιά μας. Όμως τα φανερά δάκρυα είναι πολύ πιο ελαφριά από τα εσωτερικά· διότι τα μεν προσφέρουν κάποια παρηγοριά σε όσους θλίβονται, ενώ τα δε αυξάνουν και κάνουν πιο ασφυκτική τη θλίψη. Έτσι, όταν κάποιος βρίσκεται σε αθυμία και δεν μπορεί να εξωτερικεύσει τον πόνο του, για να μη θεωρηθεί κενόδοξος, υποφέρει περισσότερο από ό,τι αν τον είχε εξωτερικεύσει. Αν δεν υπήρχε κίνδυνος να με κατακρίνει κάποιος για περιττή επιδειξιμανία, θα με βλέπατε καθημερινά να χύνω πηγές δακρύων· όμως για αυτές, μάρτυρές μου είναι μόνο το κελλί μου και η απομόνωση. Διότι, πιστέψτε με, έχω απελπιστεί για τη δική μου σωτηρία, και θρηνώντας για τα δικά σας σφάλματα, δεν βρίσκω καν τον χρόνο να πενθήσω για τα δικά μου κακά· τόσο πολύ είστε τα πάντα για εμένα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες