Εἰ δὲ δή τις ἕλοιτο τὴν δύναμιν τῶν προκειμένων τοῖς τοῦ ἁγίου Βαπτιστοῦ κηρύγμασιν ἐφαρμόσαι, παλινδρομήσειεν ἂν καὶ οὗτος ὀρθῶς. ἐποιεῖτο γὰρ ἐν ἐρήμῳ τὰς διατριβὰς, καὶ οἷον ἐν ὄρεσι διακεκραγὼς εὐηγγελίζετο τὴν εἰρήνην, τουτέστι Χριστόν. ὡραῖοι δὴ οὖν οἱ πόδες καὶ ταχεῖς τοῦ λέγοντος “Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς ”τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.” <Ἑόρταζε Ἰούδα τὰς ἑορτάς σου, ἀπόδος τὰς εὐχάς σου, δίοτι οὐ μὴ προσθῶσιν ἔτι τοῦ διελθεῖν εἰς παλαίωσιν.> Προστεταχότος τοῦ νόμου, μὴ δεῖν ἔξω θύειν τῆς ἱερᾶς τε καὶ θείας αὐλῆς, ἀλλ᾽ “εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται ”Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ,” ἐν ἀλλοδαπῇ γεγονότες οἱ ἐξ Ἰσραὴλ, καὶ τὴν Περσῶν τε καὶ Μήδων χώραν οἰκοῦντες, ἄπρακτοί που πάντως περὶ τά σφισι νενομισμένα καὶ ἀνενέργητοι διετέλουν, οὐ τὰς ἐξ ἔθους πληροῦντες ἑορτὰς, οὐ θυσίας προσάγοντες, οὐκ ἀπαρχὰς, οὐ χαριστήρια κατὰ τὸν νόμον, οὐ τὸν ἀμνὸν σφάζοντες ἐν μηνὶ τῷ νέῳ· τάχα που καὶ πρὸς μόνας ὀκνοῦντες δοξολογίας. καὶ τοῦτό φαμεν τοῦ θεσπεσίου Δαυεὶδ ὡς ἐκ προσώπου λέγοντος τοῦ ἐν Βαβυλῶνι λαοῦ “Ἐπὶ τὸν ποταμὸν ”Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν, ἐν τῷ μνη- “σθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών. ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ”ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν.” καὶ πρὸς τούτοις ἔτι “Πῶς ᾄσομεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;”
Μετάφραση
Εάν όμως κάποιος επέλεγε να εφαρμόσει το νόημα των προκείμενων λόγων στα κηρύγματα του αγίου Βαπτιστού, και αυτός θα προσέγγιζε το ζήτημα ορθά. Διότι διέμενε στην έρημο, και σαν να φώναζε δυνατά στα όρη ευαγγελιζόταν την ειρήνη, δηλαδή τον Χριστό. Ωραία, λοιπόν, και ταχέα είναι τα πόδια εκείνου που λέει: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ευθείες τις τρίβους του Θεού μας». «Εόρταζε, Ιούδα, τις εορτές σου, εκπλήρωσε τα τάματά σου, διότι δεν θα περιπέσουν πλέον σε παλαίωση». Επειδή ο νόμος είχε προστάξει ότι δεν πρέπει να προσφέρουν θυσίες έξω από την ιερή και θεία αυλή, αλλά «στον τόπο, τον οποίο θα εκλέξει ο Κύριος ο Θεός σου, για να επικληθεί το όνομά Του», οι Ισραηλίτες, βρισκόμενοι σε ξένη γη και κατοικώντας στη χώρα των Περσών και των Μήδων, παρέμεναν εντελώς άπρακτοι και αδρανείς ως προς τα νομικά τους καθήκοντα, μη τελώντας τις καθιερωμένες εορτές, μη προσφέροντας θυσίες, ούτε τις απαρχές, ούτε ευχαριστήριες προσφορές σύμφωνα με τον νόμο, ούτε σφάζοντας τον αμνό κατά τη νουμηνία· ίσως δε να δίσταζαν ακόμη και για απλές δοξολογίες. Και αυτό το διαπιστώνουμε από τα λόγια του θεσπέσιου Δαβίδ, ο οποίος μιλά εκ προσώπου του λαού που βρισκόταν στη Βαβυλώνα: «Στα ποτάμια της Βαβυλώνας, εκεί καθίσαμε και κλάψαμε, όταν θυμηθήκαμε τη Σιών. Στις ιτιές, στο μέσο της, κρεμάσαμε τα όργανά μας.» Και επιπλέον αυτών: «Πώς να ψάλουμε την ωδή του Κυρίου σε ξένη γη;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες