Τοιγάρτοι φησὶ πάλιν· «Ἐὰν δὲ ἐξολοθρεύσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη, εἰς οὓς σὺ πορεύσῃ ἐκεῖ τοῦ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀπὸ προσώπου σου, καὶ κατακληρονομήσῃς αὐτοὺς, καὶ κατοικήσῃς ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, πρόσεχε σαυτῷ, μὴ ἐκζητήσῃς ἐπακολουθῆσαι αὐτοῖς μετὰ τὸ ἐξολοθρευθῆναι αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου, οὐ μὴ ἐκζητήσῃς τοὺς θεοὺς αὐτῶν, λέγων, Πῶς ποιοῦσι τὰ ἔθνη ταῦτα τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ποιήσω καὶ ἐγώ· οὐ ποιήσῃς οὕτω Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· τὰ γὰρ βδελύγματα, ἃ Κύριος ἐμίσησεν, ἐποίησαν τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ὅτι καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν κατακαίουσιν ἐν πυρὶ τοῖς θεοῖς αὐτῶν.» Εὖ γε ὁ νομοθέτης ἀποφάσκει παντελῶς τῶν πλανωμένων τὴν μίμησιν, καὶ ἀποφοιτᾷν εὖ μάλα κελεύει τῆς ἀνηλεοῦς τῶν τέκνων σφαγῆς. Φθόρους δὲ καὶ λυμεῶνας τῆς ἀνθρωπότητος τοὺς φιλαιμάτους τε καὶ ψευδωνύμους ἐλέγχει θεοὺς, καὶ αὐτοὺς ἀγρίως τοὺς τῆς ἀναγκαίας φιλοστοργίας ἀτιμάζοντας νόμους, διά γε τὸ σφίσι δοκοῦν· «Ἔκτισε μὲν γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα Θεὸς, καὶ σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου, καὶ οὐκ ἔστιν ᾅδου βασίλειον ἐπὶ γῆς. Φθόνῳ δὲ διαβόλου θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν.» Καὶ ἡ μὲν θεία θέλησις ἀνατρέπει θάνατον, καὶ καταλύει φθοράν· καὶ τὸ οὐκ εἶναι τὰ ὄντα, μισεῖ· ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα, καθὰ γέγραπται.
Μετάφραση
Γι' αυτό, λοιπόν, λέει πάλι: «Εάν όμως ο Κύριος ο Θεός σου εξολοθρεύσει από μπροστά σου τα έθνη, προς τα οποία πορεύεσαι εκεί για να κληρονομήσεις τη γη τους, και τα κατακληρονομήσεις και κατοικήσεις στη γη τους, πρόσεχε τον εαυτό σου, να μην επιζητήσεις να τα ακολουθήσεις μετά την εξολόθρευσή τους από μπροστά σου, ούτε να αναζητήσεις τους θεούς τους, λέγοντας, Όπως πράττουν αυτά τα έθνη στους θεούς τους, έτσι θα πράξω και εγώ. Δεν θα πράξεις το ίδιο για τον Κύριο τον Θεό σου· διότι έκαναν στους θεούς τους όλα τα βδελύγματα τα οποία μίσησε ο Κύριος, αφού κατακαίνε στη φωτιά ακόμη και τους γιους τους και τις θυγατέρες τους για τους θεούς τους.» Πολύ ορθά ο νομοθέτης απαγορεύει εντελώς τη μίμηση των πλανεμένων, και προστάζει κατηγορηματικά την αποχή από την ανελέητη σφαγή των παιδιών. Ελέγχει δε τους φιλαίματους και ψευδώνυμους θεούς ως φθορείς και καταστροφείς της ανθρωπότητας, οι οποίοι, για να ικανοποιήσουν το δικό τους θέλημα, ατιμάζουν άγρια τους νόμους της αναγκαίας φυσικής στοργής: «Διότι ο Θεός έκτισε τα πάντα για να υπάρχουν, και οι δημιουργίες του κόσμου είναι σωτήριες, και δεν υπάρχει βασίλειο του άδη πάνω στη γη. Από φθόνο δε του διαβόλου εισήλθε ο θάνατος στον κόσμο.» Και η μεν θεία θέληση ανατρέπει τον θάνατο και καταλύει τη φθορά· και μισεί το να μην υπάρχουν τα όντα· διότι έκτισε τα πάντα για να υπάρχουν, όπως έχει γραφτεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες